Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ: Ακριβή πολυτέλεια η σωματική άσκηση

Υπόθεση των χορηγών είναι ο αθλητισμός στον καπιταλισμό, αφού οι εταιρείες είναι που κάνουν το «παιχνίδι» (φωτ. από εμπορικές εκδηλώσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004)
Σήμερα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, περισσότερο από ποτέ, η σωματική άσκηση αποτελεί προσιτή πολυτέλεια για λίγους και όχι δικαίωμα για όλους. Οι πολιτικές της ΕΕ διαμορφώνουν πολύ χειρότερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες για τους εργαζόμενους, την πλειοψηφία των λαών. Ετσι ο ελεύθερος χρόνος εξανεμίζεται, το βιοτικό επίπεδο πέφτει, η ανεργία καλπάζει, τα εμπόδια για τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών μεγαλώνουν.
Σύμφωνα με παλιότερη έρευνα, πριν ένα χρόνο, το 40% των πολιτών της ΕΕ αθλούνται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και το 65% κάνουν κάποιο είδος φυσικής άσκησης. Αξιοπρόσεχτο πάντως είναι πως για την ΕΕ αρκετά τακτική άσκηση θεωρείται μία φορά την εβδομάδα ή - γενικά και αόριστα - συχνότερα. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι και δύο...
Επίσης σημαντικό είναι ότι «το 14% των Ευρωπαίων πολιτών αναφέρουν ότι δεν ασκούν "ποτέ" κάποια φυσική δραστηριότητα, ενώ ένα άλλο 20% αθλούνται "μόνο σπάνια"». Γεγονός που δείχνει την έλλειψη αγωγής στην εκπαίδευση, τη διαμόρφωση λανθασμένων προτύπων και συμπεριφορών.
Πιο αναλυτικά τα στοιχεία εμφανίζουν: «Το 23% των Ιρλανδών πολιτών ασχολούνται με ένα άθλημα 5 φορές την εβδομάδα ή συχνότερα. Αντιθέτως, μόνο το 3% των πολιτών στη Βουλγαρία, την Ελλάδα και την Ιταλία αναφέρουν ότι αθλούνται τακτικά. Το 61% των ατόμων που απάντησαν στη Γερμανία και το 57% στην Αυστρία είναι μέλη αθλητικών σωματείων ή άλλων σωματείων στα οποία πραγματοποιούνται μεταξύ άλλων και φυσικές δραστηριότητες, ενώ τα ποσοστά αυτά είναι πολύ χαμηλότερα στην Ουγγαρία (8%), την Ελλάδα και τη Λιθουανία (12%)».
Αντίστοιχα φετινά στοιχεία, για την κατάσταση που επικρατεί στον ευαίσθητο τομέα των παιδικών ηλικιών και τα προβλήματα που προκύπτουν από την έλλειψη σωματικής άσκησης, πραγματικά σοκάρουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην πρόσφατη ημερίδα του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της ΚΕ του ΚΚΕ, σήμερα:
-- Το ποσοστό των παχύσαρκων παιδιών αυξήθηκε μέσα σε μια δεκαετία περισσότερο από 50% σε όλη τη χώρα (7,7% το 1997 - 11,8% το 2009). Το ποσοστό αυτό είναι ανάμεσα στα υψηλότερα στην Ευρώπη.
-- Περίπου 4 στα 10 Ελληνόπουλα είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
-- Η αερόβια αντοχή (φυσική κατάσταση) των μαθητών Δημοτικού την τελευταία δεκαετία μειώθηκε περισσότερο από 5%. Η μείωση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρδιαγγειακών παθήσεων κατά 150% περίπου.
-- Μόνο το 45% των παιδιών παίζει εκτός σπιτιού, έστω και λίγο κάθε μέρα, ενώ το 90% αυτών βλέπει τηλεόραση συχνά ή κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας.
-- Μόνο το 72% των αγοριών και το 56% των κοριτσιών εκπληρούν τις διεθνείς συστάσεις για σωματική δραστηριότητα (60 λεπτά ημερησίως).
-- Αντίθετα, άνω του 90% των μαθητών που συμμετέχουν στα Ολοήμερα Σχολεία εκπληρούν τις συστάσεις για σωματική δραστηριότητα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η οποιαδήποτε σωματική άσκηση μπορεί να αποδειχτεί σωτήρια για τα παιδιά, η υγεία των οποίων εξαρτάται από αυτή. Είναι προφανές ότι η σωματική άσκηση βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την υγεία και την ολοκληρωμένη ψυχοσωματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Οι αντιλαϊκές πολιτικές λοιπόν της ΕΕ δεν είναι απλά «ανήθικες». Είναι επικίνδυνες! Και αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί παρά τις προσπάθειες του κεφαλαίου και των υπαλλήλων του...

Αδίστακτα όργανα του κεφαλαίου

Είναι πανθομολογούμενη η ταξική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Παπανδρέου που εκδηλώνεται και διαπιστώνεται στην πράξη μέσα από τα άκρως επικίνδυνα αντιλαϊκά μέτρα που προωθεί. Είναι διαπιστωμένος και ο αμοραλισμός αυτών των αστών πολιτικών, που συγκροτούν την κυβερνηση του ΠΑΣΟΚ που δεν έχουν κανένα δισταγμό να επιβάλουν αντικοινωνικά μέτρα και διατάγματα. Είναι γνωστή η έλλειψη στοιχειώδους λαϊκής πατριωτικής ευαισθησίας, αφού είναι όργανα των απαιτήσεων της ντόπιας και ξένης διεθνούς κεφαλαιοκρατίας. Γι' αυτούς, όπως και για τον άλλο εταίρο του δικομματισμού, τη ΝΔ, αλλά και παραφυάδες του συστήματος, ο καπιταλισμός αποτελεί το υπέρτατο «θρησκευτικό δόγμα». Γι' αυτό και η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη στο μαύρο κατάστιχο της ελληνικής ιστορίας. Για την αδίστακτη αντιλαϊκή τους πολιτική του αμοραλισμού είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό να επισημανθεί η αγωνιώδης τους προσπάθειας απογαλακτισμού από κάθε μορφή θετικών μέτρων της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ. Δε διστάζουν να γίνουν ακόμη και «πατροκτόνοι» προκειμένου να εξασφαλίσουν την ανοχή της διεθνούς καπιταλιστικής ολιγαρχίας.
Συχνά - πυκνά προβαίνουν σε δηλώσεις που σιχτιρίζουν πολιτικά το ΠΑΣΟΚ της πρώτης τετραετίας αποδεχόμενοι τη χλεύη της δεξιάς. Γι' αυτούς, η πρώτη περίοδος του ΠΑΣΟΚ βρίθει μέτρων κι ενεργειών που ζημίωσαν την Ελλάδα. Κι όμως! Τα μέτρα της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν απλά ημίμετρα που επέβαλαν οι τότε συνθήκες των απαιτήσεων του εργατολαϊκού κινήματος από τη μια και οι ανάγκες του ελληνικού καπιταλισμού από την άλλη.
«Πλασαρίστηκαν» ως «μέτρα» που υποτίθεται θα άνοιγαν ένα φεγγίτη αισιοδοξίας για μια νέα Ελλάδα. Ομως δεν μπόρεσαν ούτε τη «σίτα του φεγγίτη να τρυπήσουν». Απόδειξη η σημερινή κατάσταση που βρίσκει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ θεραπαινίδα των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων και τους οπαδούς του απογοητευμένους σε ιδιοτελή ιδιώτευση. Στην ερώτηση «πού πάει η Ελλάδα, λοιπόν;» προκύπτει η αυταπόδεκτη ανάγκη μετατόπισης εκείνης της ριζοσπαστικής δύναμης ανθρώπων, στον πολιτικό φορέα των Λακεδαιμονίων, στην πρωτοπορία των εργαζομένων. Είναι ο πολιτικός φορέας που απαλλαγμένος από τα βαρίδια του παρελθόντος και με πλήρη δημοκρατική σοσιαλιστική αντίληψη θέσεων και ιδεών βάζει υποψηφιότητα ανοιχτά και δημόσια μπροστά στο λαό για την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών. Η θέση του αυτή βρίσκεται σε πλήρη ευθυγράμμιση με την ανάγκη ανάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη ως «η νέα ανερχόμενη εθνικά ιθύνουσα τάξη της κοινωνίας». Κάθε ειλικρινής προοδευτικός πολίτης το αντιλαμβάνεται.

ΟΥΓΓΑΡΙΑ: Αντιλαϊκά μέτρα με τη συναίνεση των συμβιβασμένων συνδικάτων

Από παλαιότερη συγκέντρωση και απεργία νοσηλευτών και γιατρών
Με το «φόβο» να ξεσπάσουν μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στη χώρα ολοκληρώνει στις 30 Ιούνη η Ουγγαρία τη θητεία της στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ηδη τις τελευταίες βδομάδες έχουν ξεσπάσει μεμονωμένες διαδηλώσεις από πυροσβέστες, αστυνομικούς και εκπαιδευτικούς, που διαμαρτύρονται ενάντια στα μέτρα λιτότητας που συνεχίζει να υλοποιεί η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Βίκτορ Ούρμπαν, της «Ενωσης Πολιτών» (Fidesz), παίρνοντας τη σκυτάλη από τις προηγούμενες «σοσιαλιστικές» και μη κυβερνήσεις.
Η Ουγγαρία αποτέλεσε την πρώτη χώρα - μέλος της ΕΕ που απευθύνθηκε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την ΕΕ και την Κεντρική Τράπεζα για δάνειο 20 δισ. δολαρίων τον Οκτώβρη του 2008, προς όφελος, φυσικά, του κεφαλαίου. Από τότε μέχρι και σήμερα, ο ουγγρικός λαός πληρώνει ακριβά το «μάρμαρο» της καπιταλιστικής κρίσης με κατάργηση συγκεκριμένων κατακτήσεων στους χώρους δουλειάς, περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών, με «πάγωμα» των μισθών του Δημοσίου, περικοπή του 13ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων, απολύσεις χιλιάδων δημοτικών υπαλλήλων, αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 χρόνια (όταν το προσδόκιμο ζωής για τους άνδρες είναι μόλις τα 69,27 χρόνια και για τις γυναίκες τα 77,87 χρόνια), μείωση κατά 10% των επιδομάτων ασθενείας και αναπηρίας, αύξηση των φόρων και φυσικά επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του λαού.
Επιπρόσθετα μέτρα ανακοινώθηκαν τον περασμένο Μάρτη, με τα οποία προβλέπονται ακόμα περισσότερες περικοπές στους μισθούς και στις υπερωρίες και επιβολή γενικού φόρου εισοδήματος στο 16%. Σύμφωνα με υπολογισμούς, ο γενικός φόρος αυτός θα έχει θετικό αντίκρισμα μόνο για τα εισοδήματα που ξεπερνούν τα 330.000 φιορίνια. Σημειώνεται πως ο μέσος μισθός στο δημόσιο τομέα είναι μόλις 200.000 φιορίνια (περίπου 750 ευρώ). Προβλέπεται, επίσης, μείωση του χρόνου κατά τον οποίο θα μπορεί κάποιος να λαμβάνει το επίδομα ανεργίας, περικοπές των επιδομάτων των αναπηρικών συντάξεων, καθώς και κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης. Επιπλέον, την περασμένη Δευτέρα το κοινοβούλιο προχώρησε στην έγκριση τροποποιήσεων του συντάγματος που θέτει τέρμα στην πρόωρη συνταξιοδότηση των αστυνομικών κάτω των 57 ετών. Επιπρόσθετα, την Παρασκευή 3 Ιούνη, η κυβέρνηση κατέθεσε στο κοινοβούλιο σχέδιο τροποποίησης του Εργατικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο θα δίνεται το «πράσινο φως» στους εργοδότες να αυξήσουν τις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας από 40 σε 44, και ταυτόχρονα θα δίνεται πλήρης ασυδοσία στους εργοδότες καθώς προωθείται η λεγόμενη «διευθέτηση του χρόνου εργασίας» που θα καθορίζουν κατά το δοκούν και σύμφωνα με τις ανάγκες της κερδοφορίας τους το χρόνο εργασίας. Στόχος της κυβέρνησης είναι η άμεση υιοθέτηση της συγκεκριμένης τροποποίησης, ώστε να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιούλη.
Παρ' όλα αυτά, τη δυσαρέσκειά τους εξέφρασαν οι επιχειρηματίες καθώς η κυβέρνηση καθυστερεί να εφαρμόσει την υπόσχεσή της για μείωση της φορολογίας για τις μεγάλες επιχειρήσεις από το 19 στο 10%...
Σήμερα, το 34% του λαού δηλώνει δυσκολία να τα φέρει βόλτα, το καθαρό μηνιαίο μέσο εισόδημα είναι μόλις 416 ευρώ και η μέση σύνταξη είναι 326 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι τυχαίο πως σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους λόγω της αδυναμίας τους να αποπληρώσουν τις δόσεις των δανείων τους και η πληρωμή του ηλεκτρικού και της θέρμανσης αποτελεί βραχνά για χιλιάδες νοικοκυριά μετά την ιδιωτικοποίηση αυτών των αγαθών.
Με στόχο την εκτόνωση του λαού
Μέσα σ' αυτό το δυσμενές για το λαό κλίμα εμφανίζονται αυθόρμητες διαμαρτυρίες εργαζομένων κατά της αντιλαϊκής αυτής επίθεσης, αλλά και οργανωμένες συγκεντρώσεις από συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες ωστόσο έχουν στενούς δεσμούς με συγκεκριμένες κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και λειτουργούν ως μέσο για την εκτόνωση της δυσαρέσκειας και της αγανάκτησης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τον περασμένο Απρίλη οι επικεφαλής των δύο εργατικών συνομοσπονδιών - «LIGA» και τα «Εργατικά Συμβούλια» τις οποίες χαρακτηρίζει ο αντικομμουνισμός - συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό Ορμπάν που - παρόλο που δε δόθηκε στη δημοσιότητα το συγκεκριμένο περιεχόμενο της συνάντησης - φαίνεται να συμφώνησαν στη στενότερη συνεργασία τους ώστε να ελεγχθεί και να μειωθεί μια ενδεχόμενη αντίσταση στα εφαρμοζόμενα αντιλαϊκά μέτρα. Εκτός αυτού, οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες της Ουγγαρίας - όλες μέλη της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ) - έχουν συνεργαστεί στενά με τις κατά καιρούς κυβερνήσεις που ξεπήδησαν μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, στηρίζοντας τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επιθέσεις κατά των εργαζομένων. Από τη στάση τους αυτή έχουν χάσει κάθε στήριξη από τους εργαζόμενους, που δε βλέπουν συγκεκριμένη προοπτική και διέξοδο.
Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στη χώρα, τόσο οι κατά καιρούς κυβερνήσεις όσο και οι συνδικαλιστικές ομοσπονδίες λειτούργησαν ως δεκανίκι για την κερδοφορία των καπιταλιστών, ντόπιων και ξένων. Επαιξαν συγκεκριμένο ρόλο στην ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας, επιβάλλοντας μαζικές απολύσεις, μειώσεις μισθών και κλείσιμο εργοστασίων και αρκετοί απ' αυτούς εκμεταλλεύτηκαν τη ληστεία των κρατικών επιχειρήσεων, αποκτώντας σημαντική περιουσία.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ «ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ»: Αναλώσιμη κατάρτιση για διαρκή εκμετάλλευση

Το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε προγράμματα κατάρτισης - για αποφοίτους Λυκείου και Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά και οποιονδήποτε εργαζόμενο - που αποκαλύπτουν το περιεχόμενο και τους σκοπούς της «Διά Βίου Μάθησης»

Την ίδια περίοδο που χιλιάδες νέοι είναι άνεργοι, αυξάνονται συνεχώς οι φοιτητές και οι σπουδαστές που δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, παράλληλα «κόβονται» κονδύλια απ' τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, ενώ βήμα - βήμα (και με το νόμο - πλαίσιο που προωθείται) τα ιδρύματα μετατρέπονται σε επιχειρήσεις, που θα λειτουργούν με κριτήρια «αγοράς», η κυβέρνηση επιλέγει να «επενδύσει» στη «Διά Βίου Μάθηση». Μέχρι τώρα το υπουργείο Παιδείας επεδίωκε να διαφημίσει, με όποιον τρόπο μπορούσε, τη «Διά Βίου Μάθηση» ως τη νέα αντίληψη για την εκπαίδευση. Συνέχισε την πολιτική της ΝΔ και συγκρότησε ένα ολόκληρο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο αν ενεργοποιηθεί θα πρέπει να «ξεχάσουμε» ό,τι γνωρίζαμε για την έννοια της λέξης εκπαίδευση. Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως η κυβέρνηση θα δώσει 2,2 δισ. ευρώ για το «Εθνικό Πρόγραμμα Διά Βίου Μάθησης» (κυρίως από προγράμματα ΕΣΠΑ).
Την περασμένη βδομάδα ανακοινώθηκαν απ' το υπουργείο Παιδείας 5 προγράμματα «Διά Βίου Μάθησης», που αποκαλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του σχεδιασμού για κατάργηση της μόρφωσης και αντικατάστασή της με μια σεμιναριακή αντίληψη, η οποία θα διέπει όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, αλλά και οποιαδήποτε εκπαιδευτική δομή, δημόσια ή ιδιωτική. Αναφέροντας τρία απ' αυτά τα προγράμματα θα προσπαθήσουμε, όχι απλά να τα παρουσιάσουμε, αλλά να δείξουμε πώς αυτά αποτελούν το «μοντέλο» κατάρτισης που θα εκπαιδεύει χιλιάδες αυριανούς εργαζόμενους, που, όπως στοχεύει η Ευρωπαϊκή Ενωση, πρέπει ν' αλλάζουν 6 και 7 δουλειές, μα και να είναι «έτοιμοι» να προσαρμοστούν κάθε χρονική στιγμή στις απαιτήσεις του παλιού ή νέου τους εργοδότη.
Το πρώτο πρόγραμμα αφορά αποφοίτους Λυκείου που θα συνεχίσουν τις σπουδές σε κάποιο ΙΕΚ, δημόσιο ή ιδιωτικό. Το δεύτερο πρόγραμμα είναι ένα δείγμα της σύνδεσης εκπαίδευσης και αυτοδιοίκησης, η οποία θα «προσφέρει», πρακτικά, διαφόρων ειδών σεμινάρια κατάρτισης. Το τρίτο πρόγραμμα απευθύνεται σε αποφοίτους πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Για κανένα απ' αυτά τα προγράμματα δεν διευκρινίζεται εάν οι νέοι που θα τα «αξιοποιήσουν» θα πληρώσουν και απ' την τσέπη τους για την εκπαίδευσή τους.
«Ζεστό» χρήμα στους εμπόρους της γνώσης
Το πρόγραμμα «Κουπόνι αρχικής κατάρτισης» θυμίζει ορισμένα προγράμματα για ανέργους, με τα οποία επιδοτούνται οι εργοδότες... Στην περίπτωση των κουπονιών κατάρτισης εξασφαλίζεται πελατεία για δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ, πριμοδοτούνται δηλαδή ευθέως και οι ιδιώτες σχολάρχες ενώ δε διευκρινίζεται εάν και ο σπουδαστής θα ...προσφέρει και κάτι απ' την τσέπη του. Στη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου τα παραπάνω γράφονται λίγο πιο ...κομψά: Με το «κουπόνι κατάρτισης» νέοι από 18 έως 25 ετών θα «λαμβάνουν υπηρεσίες αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης από πιστοποιημένους παρόχους (δηλ. δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ)».
Η κυβέρνηση δε μένει μόνο στη χρηματοδότηση των εμπόρων της γνώσης, αλλά θα δίνει και κουπόνια σε «συγκεκριμένο αριθμό δικαιούχων που θα επιλέξουν συγκεκριμένες ειδικότητες που υπηρετούν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, όπως θα τις ορίσει το υπουργείο Παιδείας από τις λειτουργούσες σήμερα 217 ειδικότητες αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης σε δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ». Το κράτος, λοιπόν, στην υπηρεσία των «ειδικοτήτων» που θα επιλέγει ανά πάσα στιγμή η «αγορά» (οι εργοδότες) και θα πουλιούνται απ' τους εμπόρους της γνώσης.
Κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Γιατί να μη σπουδάζουν, τουλάχιστον, κάποιοι νέοι με λιγότερα δίδακτρα στα ιδιωτικά ΙΕΚ, αφού έτσι είναι η κατάσταση; Ανεξάρτητα απ' το γεγονός πως αυτές οι παρεμβάσεις γίνονται και για να εμφανίζεται το κράτος ως «κοινωνικό», το ζήτημα είναι αλλού. Ο μαραθώνιος των αποφοίτων των ΙΕΚ, όπως και των αποφοίτων πανεπιστημίων και ΤΕΙ ξεκινά μετά το πτυχίο ή το πιστοποιητικό, αφού όχι μόνο δουλειά δεν εξασφαλίζεται, αλλά όλοι θα πρέπει να καταρτίζονται ή να επανακαρτίζονται διαρκώς, μήπως βρουν δουλειά στο αντικείμενό τους ή σε άλλο αντικείμενο.
Δήμοι μεσάζοντες εργοδοτών
Ενας απ' τους χώρους διαρκούς επανακατάρτισης ή νέας κατάρτισης θα είναι οι δήμοι, οι οποίοι θα αναλάβουν και το ρόλο του μεσάζοντα των εργοδοτών «προσφέροντας» σε σεμινάρια την αναλώσιμη κατάρτιση που θα θέλουν οι επιχειρήσεις (στη γλώσσα της «αγοράς» η ενίσχυση των επιχειρήσεων λέγεται «τοπική ανάπτυξη»). Σύμφωνα με το δεύτερο πρόγραμμα οι δήμοι θα επιλέγουν τα προγράμματα που θα προσφέρουν από μια λίστα επιλογών. Με αυτόν τον τρόπο το υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει να φτιάξει 12.580 τμήματα μάθησης, που θα παρέχουν οι δήμοι (χωρίς κι εδώ να διευκρινίζεται εάν οι εργαζόμενοι θα πληρώνουν ή όχι).
Τα προγράμματα που θα «προσφέρονται», πάντως, δεν αφήνουν περιθώρια παρεξήγησης: «Επιχειρηματικότητα», «οικονομικός εγγραμματισμός» και «πράσινη ανάπτυξη - περιβάλλον», «νέες τεχνολογίες», «ξένες γλώσσες», «κοινωνικές δεξιότητες και δράσεις», «συμβουλευτική οικογένειας». Πρακτικά οι εργαζόμενοι θα παρακολουθούν κάποια σεμινάρια, στα οποία θα τους μεταφέρεται μια αναλώσιμη γνώση, που μπορεί να τη χρησιμοποιήσουν στο επόμενο επάγγελμά τους. Για το μεθεπόμενο επάγγελμα θα χρειαστούν κι άλλα σεμινάρια, είτε στο δήμο, είτε σε κάποια καθαρά ιδιωτική δομή.
Προγράμματα απαξίωσης πτυχίων
Τα παραπάνω προγράμματα - αλλά και γενικά τα προγράμματα «Διά Βίου Μάθησης» - πρέπει, σύμφωνα με τους στόχους της κυβέρνησης, να αφορούν τους πάντες. Αυτός είναι κι ένας απ' τους λόγους που προσπαθούν να απαξιώσουν κάθε είδους πτυχίο. Το τρίτο πρόγραμμα με τίτλο «επικαιροποίηση γνώσεων αποφοίτων ΑΕΙ - ΤΕΙ» είναι μόνο ένα δείγμα, που μαζί με το νόμο - πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση και τη μελλοντική λειτουργία του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, θα μετατρέψουν τα πτυχία των ιδρυμάτων - και τυπικά - σε μια ακόμα βεβαίωση, σε ένα ακόμα πιστοποιητικό. Θυμίζουμε πως στο νόμο - πλαίσιο, που προωθείται, θα υπάρχει, στην ουσία ένα προπαρασκευαστικό έτος (εισαγωγή σε σχολή) και μετά, στο δεύτερο έτος, οι φοιτητές θα εισάγονται σε τμήμα. Πρακτικά αυτό σημαίνει τριετείς απαξιωμένες σπουδές, για τους περισσότερους, σ' ένα πανεπιστήμιο ΑΕ, όπως το περιγράφει ο νόμος - πλαίσιο.
Μετά απ' αυτό το «νέο» πτυχίο απ' τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, όπως το σχεδιάζει η κυβέρνηση, οι απόφοιτοι θα είναι υποχρεωμένοι να κυνηγούν διάφορα προγράμματα και σεμινάρια, για να «ανέβουν» επίπεδο στο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων, μήπως και βρουν δουλειά (το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων θα είναι μια κλίμακα κατάταξης των εργαζομένων, ανάλογα με τα πτυχία, τις βεβαιώσεις, την εργασιακή τους εμπειρία κ.ά.). Στην πράξη πολλοί απόφοιτοι πανεπιστημίων και ΤΕΙ αυτό κάνουν και σήμερα, δηλαδή αναζητούν σεμινάρια και πιστοποιητικά για να «ενισχύσουν» το βιογραφικό τους. Με τις αλλαγές που σχεδιάζει η κυβέρνηση, αυτό θα είναι υποχρεωτικό και θα πρέπει να γίνεται για μια ζωή. Το πρόγραμμα «επικαιροποίηση γνώσεων αποφοίτων ΑΕΙ - ΤΕΙ» εντάσσεται σε ακριβώς αυτή τη λογική, ενώ, επιπλέον, τέτοιου είδους προγράμματα θα είναι και μια πολύ καλή ευκαιρία για τις επιχειρήσεις του κάθε κλάδου για να παρέμβουν, εξυπηρετώντας τις ευκαιριακές επιλογές τους.
Ν' ανατραπεί ο λαβύρινθος της αμάθειας
Για τα προγράμματα που περιγράψαμε, το υπουργείο Παιδείας δε θα «αφιερώσει» κάποιο μεγάλο ποσό (συνολικά το κονδύλι και για τα τρία θα είναι 108 εκατ. ευρώ). Το θέμα είναι ότι έχουν σκοπό να γεμίσουν τον τόπο με τέτοιου είδους προγράμματα και σεμινάρια, τα οποία θα αναλαμβάνουν το κράτος, οι δήμοι, οι επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια. Η ζωή του εργαζόμενου θα βρίσκεται μεταξύ ολιγόμηνης δουλειάς και προγραμμάτων κατάρτισης για να βρεθεί το επόμενο μεροκάματο! Με λίγα λόγια κατασκευάζει ένα ολόκληρο δίκτυο που θα πουλάει βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, φτιάχνουν έναν λαβύρινθο διά βίου αμάθειας και εκμετάλλευσης.
Το «όραμα» της κυβέρνησης είναι εφιάλτης για τους σημερινούς και αυριανούς εργαζόμενους. Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την απαραίτητη και αναγκαία επικαιροποίηση των γνώσεων των εργαζομένων στον τομέα τους. Αυτό θα μπορούσε να γίνει στα πανεπιστήμια και σε αρμόδιους δημόσιους φορείς, χωρίς ο εργαζόμενος να κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του. Η διεκδίκηση Ενιαίου δωδεκάχρονου υποχρεωτικού σχολείου, η Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση και οι επαγγελματικές σχολές ενταγμένες στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα συνδέονται με τον αγώνα για το δικαίωμα στη μόρφωση, με το δικαίωμα στη δουλειά και στη ζωή.

«ΣΠΙΘΑ»: Θέλει το λαό συμμέτοχο στη διάσωση της πλουτοκρατίας

Γρηγοριάδης Κώστας
Τα συνθήματα που επενδύουν το δήθεν νέο που φέρνει η «Σπίθα» δεν μπορούν να κρύψουν την αγωνία της για τη διατήρηση της κυριαρχίας του καπιταλισμού και τη διαιώνιση της εξουσίας των μονοπωλίων. Ολοι αυτοί που εμφανίζονται ως οι «φωτοδότες» της Ανεξάρτητης Κίνησης Πολιτών αντικειμενικά αποπροσανατολίζουν και εγκλωβίζουν το λαό σε διαμαρτυρίες και στόχους βολικούς για την ντόπια αστική τάξη και τους παγκόσμιους συνεταίρους της.
Αναπαράγουν εύπεπτα, αντιεπιστημονικά και αποπροσανατολιστικά ιδεολογήματα περί«κατοχής» και «εξάρτησης» της χώρας από ξένες δυνάμεις, για να κρύψουν το αντιδραστικό περιεχόμενο και τις νομοτέλειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να πλασάρουν την αλλαγή των ενδοϊμπεριαλιστικών συμμαχιών της χώρας σαν πανάκεια, ταυτίζοντας τη λαϊκή ευημερία με τη μεγέθυνση των κερδών του κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα, παίζουν στο παιχνίδι μεταμφίεσης του σημερινού πολιτικού συστήματος, προκειμένου να προχωρήσει πιο αποτελεσματικά η καπιταλιστική βαρβαρότητα. Από αυτή τη σκοπιά, καμιά εντύπωση δεν προκαλεί το γεγονός ότι τσουβαλιάζουν το ΚΚΕ με τα υπόλοιπα κόμματα, τα οποία έχουν αποκλειστικά την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, καθώς με την πολιτική τους υπηρέτησαν και υπηρετούν την κυριαρχία των μονοπωλίων.
Τα όσα ειπώθηκαν στη συγκέντρωση που έγινε στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη, την περασμένη Πέμπτη, αποκαλύπτουν του λόγου το αληθές. Αξίζει να σημειωθεί ότι για μια ακόμη φορά στο ακροατήριο των ομιλητών της «Σπίθας» χώρεσαν όλοι, μεταξύ αυτών και ο πρώην περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, Π. Ψωμιάδης. Οι ιδρυτές και οι οπαδοί της «Σπίθας» προβάλλουν το σύνθημα της εφαρμογής ενός σύγχρονου«συνταγματικού πατριωτισμού», καθώς, όπως λένε, «σήμερα ασκείται εξουσία εκτός συντάγματος, εκτός ευρωπαϊκής νομιμότητας, εκτός διεθνούς νομιμότητας». Ανάγουν σε μείζον πολιτικό ζήτημα τη συνταγματική νομιμότητα και σκόπιμα παραλείπουν να πουν ποιος καθορίζει αυτή τη νομιμότητα και τα συμφέροντα ποιου υπηρετεί η εφαρμογή της.
Κάνουν πως δεν ξέρουν ότι στο πλαίσιο αυτής της νομιμότητας, που αντανακλά το «δίκαιο» του κεφαλαίου, εξελίσσεται η πιο βάρβαρη κλοπή, αυτή που γίνεται στη σφαίρα της παραγωγής και συνίσταται στην κλοπή του πλούτου που παράγει με τα χέρια και το μυαλό του ο λαός. Γι' αυτή την καθ' όλα «νόμιμη» ληστεία δε λέει τίποτα η «Σπίθα», ενώ αντίθετα εμφανίζεται να υπερασπίζεται την «ευρωπαϊκή νομιμότητα» της Συνθήκης του Μάαστριχ και του Ευρωσυντάγματος, που είναι η μήτρα της κρίσης, και των αντιλαϊκών μέτρων που τη συνοδεύουν.
Με βάση αυτό το «δίκαιο», που ζητάνε την εφαρμογή του, καταδικάζονται απεργίες ως παράνομες, χτυπιούνται απεργιακές κινητοποιήσεις, βομβαρδίζονται και σφαγιάζονται λαοί. Αυτή η νομιμότητα είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των ιμπεριαλιστών και των σχεδιασμών τους.
Επιμονή στο ιδεολόγημα της «εξάρτησης»
Χαρακτηρίζουν το μνημόνιο «αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση» και ισχυρίζονται ότι «είναι παράνομη, δεν την έχει κυρώσει το Ελληνικό Κοινοβούλιο» και ότι «η κυβέρνηση είναι αντισυνταγματική». Η μονομερής επιμονή τους στο δίκαιο ή όχι των δανειακών συμβάσεων και τη συνταγματικότητα αφήνει στο απυρόβλητο το μεγάλο κεφάλαιο, τις ανάγκες του οποίου έρχεται να υπηρετήσει το μνημόνιο, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν να το νομιμοποιήσουν η κυβέρνηση και οι σύμμαχοί της.
Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός «αποικιοκρατική σύμβαση» αφήνει στο απυρόβλητο την ελληνική κυβέρνηση και την ντόπια αστική τάξη, στρατηγική επιλογή των οποίων είναι η συμμετοχή στην ΕΕ και στο ΔΝΤ, που συνδιαμόρφωσαν τους όρους του μνημονίου και προσπαθούν να διαχειριστούν υπέρ της πλουτοκρατίας τη βαθιά καπιταλιστική κρίση.
Ταυτόχρονα, με τη θέση τους για διαχωρισμό του χρέους σε «νόμιμο» και «επαχθές - παράνομο», όπως κάνει επίσης ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και άλλες δυνάμεις από το χώρο του οπορτουνισμού, στην ουσία καλούν το λαό να αποδεχθεί πως πρέπει να πληρώσει το «νόμιμο». Ο λαός δεν έχει καμιά ευθύνη για το χρέος της πλουτοκρατίας. Η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας είναι δύναμη χειραφέτησης από την κυρίαρχη πολιτική και την τρομοκρατική της προπαγάνδα.
Τον «εχθρό» εκτός συνόρων δείχνουν και όταν μιλούν για «εισβολή ξένων αρπαχτικών οικονομικών κύκλων, με στόχο την ολοκληρωμένη λεηλασία του πλούτου της χώρας μας». Αποσιωπούν συνειδητά ότι αντίπαλος της εργατικής τάξης και του λαού είναι πρώτα απ' όλα οι ντόπιοι εκπρόσωποι της πλουτοκρατίας και η πολιτική εξουσία τους, τα κόμματα που τη διαχειρίζονται για λογαριασμό τους. Κρύβουν ότι ανάμεσα στα αρπαχτικά που θέλουν να βάλουν στο χέρι το δημόσιο πλούτο είναι και Ελληνες επιχειρηματίες, που συμπράττουν με πολυεθνικούς κολοσσούς όπως π.χ. στην περίπτωση της ΕΥΑΘ ο Βγενόπουλος με τη «Veolia», οι Μπόμπολας και Κόκκαλης με τη «Suez» και οι Περιστέρης και Κάμπας (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) με την «Aqualia».
Ανακαλύπτουν συνωμοσιολογίες, «υπόγειες συνεννοήσεις» του Γ. Παπανδρέου και της κυβέρνησης με το ΔΝΤ, για να οδηγήσουν τη χώρα στο μνημόνιο, «κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των ΗΠΑ και της Ευρώπης των Τραπεζών», ανακαλύπτουν την «οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση» και λένε ότι εκπορεύεται από τα «διεθνή κέντρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που στοχεύουν στην παγίωση της παγκοσμιοποίησης».
Αποκρύπτουν ότι η κρίση είναι στο DNA του καπιταλισμού και τα μέτρα που περιλαμβάνει το μνημόνιο είναι ειλημμένες αποφάσεις της ΕΕ (Μάαστριχτ, Λισαβόνα κ.ά.), εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ και παγκόσμια και περιλαμβάνονται στα προγράμματα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ εδώ και χρόνια. Πρόκειται για μέτρα που δε σχετίζονται με την αποπληρωμή των χρεών, αλλά υπηρετούν την κερδοφορία ντόπιων και ξένων πλουτοκρατών.
Επίσης αποκρύπτουν την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, η οποία αντικειμενικά ευνοεί τις χώρες που βρίσκονται ψηλότερα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα και συνιστά ταυτόχρονα το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται οξύτατοι ανταγωνισμοί και λυκοσυμμαχίες ανάμεσα σε καπιταλιστικές οικονομίες και κυβερνήσεις. Αποκρύπτουν ότι η ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και η καταστροφή κεφαλαίου είναι μονόδρομος για να βγει από την κρίση ο καπιταλισμός.
Συσκοτίζουν τον πραγματικό χαρακτήρα της κρίσης και τις δυσκολίες που έχει η αστική τάξη να τη διαχειριστεί προς όφελός της σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης δράσης του κεφαλαίου, δηλαδή απελευθέρωσης κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων, δημιουργίας περιφερειακών διακρατικών ενώσεων, αυξημένης διαπλοκής των καπιταλιστικών οικονομιών. Τις αντιθέσεις που εκφράζονται για το ποιο τμήμα του κεφαλαίου θα χάσει λιγότερα.
Καλούν το λαό να διαλέξει ιμπεριαλιστή
Οι ίδιοι καταγγέλλουν ότι «ο εναέριος έλεγχος του Ανατολικού Αιγαίου έχει παραδοθεί στους Τούρκους».Πουθενά δε βλέπουν το ΝΑΤΟ, που έχει την ευθύνη ελέγχου του ενιαίου επιχειρησιακού χώρου των ΝΑΤΟικών χωρών, υπονομεύοντας διαχρονικά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα προς όφελος και των πάγιων επιδιώξεων της τουρκικής αστικής τάξης. Κουβέντα δε λένε για τη συνδιαχείριση του Αιγαίου υπό ΝΑΤΟική «ομπρέλα», ώστε να παρέχει προστασία στη διείσδυση των πολυεθνικών στην περιοχή, την εκμετάλλευση από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο.
Αντίθετα, όταν αναφέρονται στο «νέο αμυντικό δόγμα» που χρειάζεται η Ελλάδα, προκρίνουν το «Status Ουδετερότητας», το οποίο - όπως λένε - συνίσταται στην αναθεώρηση των σχέσεων με το ΝΑΤΟ και τη διατήρηση της θέσης της χώρας μας στην Ευρώπη. Σε καμία περίπτωση δε μιλούν για αποδέσμευση της χώρας και πάλη για τη διάλυση της λυκοσυμμαχίας.
Προτείνουν «εναλλακτικές πηγές δανειοδότησης, όπως την Κίνα και τη Ρωσία, με λογικό επιτόκιο», ώστε να τροφοδοτείται απρόσκοπτα το κεφάλαιο με ζεστό χρήμα στις πλάτες του λαού και να καλλιεργείται η αυταπάτη ότι υπάρχουν καλοί ιμπεριαλιστές και άρα συμφέρουσες για το λαό συμμαχίες μαζί τους. Είναι άλλο πράγμα ο λαός, με τη δική του εξουσία και με λαϊκή οικονομία, να αξιοποιήσει τον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για να προασπίσει τα συμφέροντα της λαϊκής εξουσίας και άλλο σε συνθήκες καπιταλιστικής εξουσίας, με το κεφάλαιο αλώβητο, να καλεί η «Σπίθα» το λαό να διαλέξει ιμπεριαλιστή.
Επίσης, προτείνουν τη «σύναψη συμφωνιών με Κίνα και Ρωσία, για τη δημιουργία κοινοπραξιών με στόχο την εκμετάλλευση του εθνικού μας πλούτου με γνώμονα το εθνικό μας συμφέρον». Δηλαδή παράδοση του ορυκτού και του υπόλοιπου εθνικού πλούτου στους ντόπιους μεγαλοεπιχειρηματίες που θα τα συνεκμεταλλεύονται με τα κινέζικα και τα ρωσικά μονοπώλια. Βάζουν και εδώ τη λογική του «καλού» και «κακού» καπιταλιστή. Η είσοδος της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά αποτελεί αποκαλυπτικό παράδειγμα σύμπραξης με κινέζικη πολυεθνική, που, όπως όλα τα μονοπώλια, απασχολεί εργαζόμενους κάτω από άθλιες εργασιακές συνθήκες με μεροκάματα πείνας, ενώ ταυτόχρονα λυμαίνεται υποδομές στρατηγικής σημασίας.
Αναπαράγουν ιδεολογήματα περί δήθεν «ξένης εξάρτησης» της χώρας και βάζουν στόχο τον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία». Συμβάλλουν στην αποενοχοποίηση του καπιταλισμού και αφήνουν και πάλι στο απυρόβλητο την εξουσία της ντόπιας αστικής τάξης. Καλλιεργούν έτσι την επικίνδυνη λογική της ταξικής συνεργασίας εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, για να διασωθούν τελικά οι πρώτοι.
Ο λαός έχει πείρα και την επιλογή να την αξιοποιήσει. Εχει την ικανότητα να δει ποιοι παλεύουν για διέξοδο υπέρ των δικών του συμφερόντων και ποιοι τον καλούν να δώσει παράταση και ανοχή στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, για να τη σκαπουλάρει το κεφάλαιο και η εξουσία του σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Η εργατική τάξη και οι κοινωνικοί της σύμμαχοι έχουν τη δύναμη να οργανώσουν τον αγώνα τους, να ισχυροποιήσουν το ΚΚΕ και να προχωρήσουν αποφασιστικά μπροστά για τη δική τους εξουσία. Για αποδέσμευση από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία, για να καρπώνεται ο λαός τον πλούτο που παράγει και να ορίζει αυτός την τύχη της ζωής και του τόπου του.

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ: Ψαρεύει στα θολά νερά της λαϊκής δυσαρέσκειας

Στα θολά νερά της λαϊκής δυσαρέσκειας για την κυρίαρχη πολιτική ρίχνει τα «δίχτυα» της η ηγεσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να εγκλωβίσει λαϊκές συνειδήσεις, με «δόλωμα» μια πρόταση που τις ωθεί κατευθείαν στην ενσωμάτωση στο σύστημα που ευθύνεται για τα βάσανα του λαού. Για να το πετύχει, δε διστάζει να εκμεταλλευτεί την αγωνία του λαού και να επιτείνει την ανυπομονησία για απεγκλωβισμό απ' την αβάσταχτη πραγματικότητα που βιώνει, υποσχόμενη εύκολες λύσεις, που όμως οδηγούν στο ίδιο αδιέξοδο για τα πλατιά λαϊκά στρώματα, αφού δε θίγουν στο παραμικρό την αιτία που προκαλεί το πρόβλημα.
Αντιγράφουμε από ανακοίνωση της ΠΓ του ΣΥΝ με ημερομηνία 8/6, τις προτάσεις που κατά τους ισχυρισμούς του συνιστούν τον «άλλο δρόμο»υπέρ του λαού: «1) Αρνηση του συνεχούς επαχθούς δανεισμού 2) Απεμπλοκή από το μνημόνιο 3) Επιθετική επαναδιαπραγμάτευση, αμφισβήτηση και διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους 4) Παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και την καταπολέμηση της ανεργίας 5) Φορολογία του κεφαλαίου και των πλούσιων στρωμάτων 6) Ριζική αναδιανομή εισοδημάτων 7) Κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος 8) Υπεράσπιση των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και του δημόσιου πλούτου 9) Δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους».
Πού κατατείνουν αυτές οι προτάσεις; Στον εξωραϊσμό του καπιταλισμού από τον επίδοξο «νέο συνασπισμό εξουσίας» που ευαγγελίζεται ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλει να εμποδίσει ο ΣΥΝ είναι το ενδεχόμενο να ριζοσπαστικοποιηθούν μαζικά λαϊκές συνειδήσεις. Αυτό που περιγράφει σαν «άλλο δρόμο», είναι ο δρόμος που ήδη πορεύεται ο λαός και η χώρα, ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης, που «γεννοβολάει» κρίσεις και εκτρώματα σε βάρος των λαϊκών δικαιωμάτων και συμφερόντων.
Ο ΣΥΝ διαβεβαιώνει τους καπιταλιστές ότι θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν ζεστό χρήμα και επιδοτήσεις από τον κρατικό δανεισμό και κοροϊδεύει το λαό ότι αυτός δε θα είναι «επαχθής». Δάνεια που θα συναφθούν, αφού πρώτα φροντίσει να επαναδιαπραγματευτεί, να ρυθμίσει δηλαδή το υπάρχον χρέος της πλουτοκρατίας, φορτώνοντάς το στις πλάτες του λαού σαν «νόμιμο». Διαβεβαιώνει, ταυτόχρονα, ότι δε θα κάνει ρούπι πίσω από την ευρωενωσιακή στρατηγική που «γέννησε» το μνημόνιο και θα εφαρμόζεται στο πλαίσιο της ΕΕ - κατά τον ΣΥΝ είναι ιερό κι απαραβίαστο, «πλεονέκτημά μας» είχε χαρακτηρίσει πρόσφατα τη συμμετοχή στην ΕΕ και την Ευρωζώνη ο Αλ. Τσίπρας - με ή χωρίς μνημόνιο.
Αμπαλάρει τη σαπίλα του καπιταλισμού
Κοροϊδεύει το λαό ότι μπορεί με τα βασικά και συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής στα χέρια των μονοπωλίων να υπάρξει «παραγωγική ανασυγκρότηση» προς όφελος των εργαζόμενων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Και την ώρα που αυτά δίνουν μάχη ζωής και θανάτου - στο πλαίσιο του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού εν μέσω κρίσης - για την επίτευξη του μέγιστου κέρδους και της ανταγωνιστικότητας, ο ΣΥΝ διατείνεται ότι θα δεχτούν οικειοθελώς να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να μπορέσουν να υπάρξουν αναδιανομή εισοδήματος, δημόσια και κοινωνικά αγαθά, ισχυρό κοινωνικό κράτος.
Δε λέει ο ΣΥΝ: Τι σχέσεις εργασίας και τι μισθοί θα επικρατούν στους τόπους δουλειάς αν κυβερνήσει ο «συνασπισμός εξουσίας» που οραματίζεται; Ακόμα και αν μια τέτοια κυβέρνηση έχει τις καλύτερες των προθέσεων, πώς θα επιβάλει στους εργοδότες τις αποφάσεις της, στο βαθμό που η στρατηγική της δεν είναι στρατηγική σύγκρουσης με τα μονοπώλια και την εξουσία τους;
Οσον αφορά στην πρόταση που επαναλαμβάνουν νυχθημερόν περί «κοινωνικοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος», δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα πυροτέχνημα για το θεαθήναι. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δε διαχωρίζεται απ' το βιομηχανικό, το εφοπλιστικό και πάει λέγοντας. Ακόμα όμως κι αν κοινωνικοποιούνταν δύο ή τρεις τράπεζες, σε τι θα ωφελούσε κάτι τέτοιο το λαό; Η λειτουργία τους θα υπόκειται αναγκαστικά στους νόμους της αγοράς, άρα θα είναι αντιλαϊκή. Αλλωστε, σε τίποτα δεν ωφελήθηκαν στο παρελθόν οι μικροκαταθέτες, οι δανειολήπτες άνθρωποι του μόχθου από τη λειτουργία τραπεζών που βρίσκονταν, έστω και κατά ένα μέρος τους, στον έλεγχο του κράτους.
Ολα τα παραπάνω εδράζονται στο αντιεπιστημονικό και επικίνδυνο για το λαό ιδεολόγημα ότι η κρίση δεν είναι καπιταλιστική, αλλά είναι «κρίση χρέους», που μπορεί τάχα να αντιμετωπιστεί με ρυθμίσεις, παρεμβάσεις και κυβερνητικά διατάγματα. Η συγκάλυψη της πραγματικής φύσης της καπιταλιστικής κρίσης επιτρέπει στον οπορτουνισμό τα ψεύδη ως προς τη διέξοδο απ' αυτήν και αποπροσανατολίζει τον λαό απ' την αναγκαία οργάνωση και ανάπτυξη της πάλης του εναντίον του καπιταλισμού.
Εν ολίγοις, ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ πουλάει στο λαό «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» για να αποπροσανατολίσει τη δίκαιη λαϊκή αγανάκτηση και να τη στρέψει σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια. Τα αμπαλάρει, μάλιστα, με το ευφυολόγημα του «νέου συνασπισμού εξουσίας». Ζητάει εκλογές και καλεί σε κυβερνητική σύμπραξη τις δυνάμεις της «αριστεράς», μέχρι τους ΠΑΣΟΚους που στήριξαν την κυβέρνηση και τώρα καμώνονται τους δυσαρεστημένους, ακόμα και τη «λαϊκή δεξιά», όπως είπε σε παλιότερη συνέντευξή του ο Αλ. Τσίπρας.
Τι θα κάνει, όμως, αυτή η κυβέρνηση; Σύμφωνα με τον ίδιο, θα διασφαλίσει την παραμονή της χώρας στην ΕΕ, θα επαναδιαπραγματευτεί το μνημόνιο (ό,τι λέει και η ΝΔ), θα συνάψει νέα δάνεια με τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις και θα ζητήσει αναμόρφωση των ήδη υπογεγραμμένων. Περιγράφει, δηλαδή, μια διαχείριση στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος, την οποία θα μπορούσε να υιοθετήσει οποιαδήποτε αστική πολιτική δύναμη, αφού δε θέτει σε αμφισβήτηση κανένα από τα ιερά και τα όσια ενός συστήματος σάπιου, που δεν έχει τίποτα άλλο να δώσει στο λαό, πέρα από φτώχεια και εξαθλίωση.
Εχθρα για το οργανωμένο κίνημα
Η εκδήλωση του κινήματος των λεγόμενων «αγανακτισμένων» εκτόξευσε σε νέα υψηλά επίπεδα τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό του οπορτουνισμού. Η ΠΓ του ΣΥΝ, στην ανακοίνωσή της, υπερασπίζεται τον «ακηδεμόνευτο» και«ακομμάτιστο» χαρακτήρα του κινήματος, προβάλλοντας ταυτόχρονα την ανάγκη της δράσης των συνδικάτων και της συνάντησής τους με τους «ακηδεμόνευτους» που έχουν σύνθημα και πολιτική «έξω τα συνδικάτα».
Δηλώνει «απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία του κινήματος» και αναγνωρίζοντας επιμέρους ρόλο στα συνδικάτα, σαν δομές οργανωμένης έκφρασης της εργατικής τάξης, τα καλεί μεταξύ άλλων «"να υπερβάλουν εαυτούς" (...) να συναντηθούν με τους πολίτες που διαδηλώνουν στις πλατείες, για να αναδείξουν τον κατάφωρα ταξικό χαρακτήρα αυτής της πολιτικής, να αποκρούσουν την αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική».
Αυτό που δε λέει ο ΣΥΝ, είναι ότι οι πλειοψηφίες που ο ίδιος στηρίζει στα συνδικάτα έχουν καθοριστική ευθύνη στη διαμόρφωση της επώδυνης για το λαό πραγματικότητας, που πυροδοτεί σήμερα μαζικές αντιδράσεις. Στην ίδια ανακοίνωση, εκθειάζει την «αυτοοργάνωση» του κινήματος, φέρνοντάς την σε αντιπαράθεση με τις συγκροτημένες δομές οργάνωσης των εργαζομένων και του λαού. Δίνει και μ' αυτόν τον τρόπο έδαφος στην προπαγάνδα που αναπτύσσεται αυτό το διάστημα με αφορμή τις διαδηλώσεις στο Σύνταγμα και αλλού και η οποία φτάνει από τους διοργανωτές των διαδηλώσεων και τα αστικά ΜΜΕ σε ακραίες και αντιδραστικές απόψεις, του τύπου «όλα τα κόμματα είναι ίδια» και «έξω τα κόμματα και τα συνδικάτα από τις κινητοποιήσεις».
Και ουρά των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, και με το «αυτόνομο». Και με τους αγώνες που θα δώσουν «ισχύ στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης» στα ευρωενωσιακά διαβούλια υπέρ της πλουτοκρατίας, και γενικώς όπου κάθε φορά φυσάει ο άνεμος. Μάλιστα, σε μια θεαματικότατη κωλοτούμπα, το κόμμα που ανέβαζε στα ουράνια το σπάσιμο της βιτρίνας το 2008, που εκθείαζε ακόμα και τους κουκουλοφόρους - προβοκάτορες, έσπευσε τώρα να το αποκηρύξει μετά βδελυγμίας, καθώς τώρα ανάγει σε μείζον πολιτικό ζήτημα αυτό της δημοκρατίας και της «συνταγματικής νομιμότητας».
Δήλωσε ο Αλ. Τσίπρας την περασμένη βδομάδα: «Αμφισβητούνται ευθέως δύο τακτικές δυνάμεων του κινήματος. Αυτή της φετιχοποίησης της βίας και αυτή του σεχταρισμού (...) Μια ολόκληρη γενιά που γαλουχήθηκε με την αντίληψη ότι αποτελεσματική αντίδραση μπορεί να γίνει μονάχα μέσα από τη βία και γαλουχήθηκε ιδίως μέσα από τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, ακυρώνεται, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό».
Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ τη συνέπεια σε ένα πράγμα: Στην έχθρα του προς το οργανωμένο ταξικό εργατικό λαϊκό κίνημα. Εμπράκτως εκφρασμένη με υπονομευτική δράση εναντίον του, με συκοφαντίες, ακόμα και με αποκήρυξη κινητοποιήσεών του σαν «εξαλλοσύνες»! Λογικό. Αυτό το κίνημα, ο προσανατολισμός του, δεν επιτρέπει στον οπορτουνισμό τα παιχνιδάκια και δεν αφήνει περιθώρια για την ενσωμάτωσή του. Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει πως χωρίς συγκροτημένο περιεχόμενο, σκοπό και προοπτική, ένα κίνημα είναι καταδικασμένο να λειτουργήσει σαν βαλβίδα ανώδυνης εκτόνωσης της συσσωρευμένης αγανάκτησης, η οποία γίνεται επικίνδυνη για το σύστημα μόνο αν συναντηθεί με το ταξικό κίνημα, με τις θέσεις και τις προτάσεις του ΚΚΕ.
Οχι τυχαία, οι επιθέσεις στο ΚΚΕ έχουν ενταθεί από πλευράς ηγεσίας ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για ενστικτώδη αντίδραση πολιτικής επιβίωσης, αφού το ΚΚΕ αποκαλύπτει στο λαό τη «γύμνια» του οπορτουνισμού, τον καιροσκοπισμό του, τη διαχρονικά επιζήμια επίδραση των θέσεών του στο λαό και το κίνημα. Γι' αυτό και - πέρα από το επίπεδο των θέσεων και προτάσεων - ταυτίζεται με τους καθαρόαιμους πολιτικούς εκπροσώπους του κεφαλαίου και μηχανισμούς που το υπηρετούν και ως προς την επίθεση στο ΚΚΕ.

ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Πλήρης ταύτιση με τη στρατηγική του Μεσοπρόθεσμου

Συμφωνεί με τους στόχους που θέτουν κυβέρνηση - τρόικα και πλειοδοτεί σε φιλομονοπωλιακά μέτρα


Γρηγοριάδης Κώστας
«Δεν ζητάμε τίποτα διαφορετικό απ' ό,τι συμφώνησε ήδη η τρόικα με τους Ιρλανδούς και τους Πορτογάλους» (Α. Σαμαράς).
Από μόνη της η παραπάνω φράση του προέδρου της ΝΔ, καταδεικνύει πόσο υποκριτικές και ψεύτικες είναι οι κορόνες περί «επαναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου», που αποσκοπούν στο να παραπλανήσουν το λαό, να αποκρύψουν την πλήρη σύμπλευσή της με την βαρβαρότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής και να τη διασώσουν ως εφεδρεία του αστικού πολιτικού συστήματος.
Τα μνημόνια της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας περιλαμβάνουν τα ίδια βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που χρεοκοπούν τους λαούς για να θωρακίσουν την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων. Αλλωστε, τα ίδια αντιλαϊκά μέτρα εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, είτε έχουν μνημόνιο, είτε όχι, είτε αντιμετωπίζουν μεγάλα δημοσιονομικά προβλήματα, είτε μικρά, ακριβώς επειδή υποτάσσονται στη στρατηγική της ΕΕ που φορτώνει τα βάρη της κρίσης στους λαούς, προκειμένου να διασωθούν και να ισχυροποιηθούν τα ευρωμονοπώλια.
Σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ εφαρμόζεται η ίδια συνταγή: Δραστική μείωση των μισθών και συντάξεων, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, απελευθέρωση απολύσεων, μαζικές απολύσεις στο δημόσιο, σαρωτικές ιδιωτικοποιήσεις, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, κατεδάφιση των κοινωνικών δαπανών κ.ο.κ. Μέτρα δηλαδή που μειώνουν κι άλλο την τιμή της εργατικής δύναμης και ταυτόχρονα ανοίγουν νέα κερδοφόρα πεδία δράσης για την πλουτοκρατία, προκειμένου να επενδύσει τα συσσωρευμένα κεφάλαιά της.
Με αυτά τα μέτρα, που περιλαμβάνονται βέβαια στα μνημόνια της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, καθόλου δε διαφωνεί η ηγεσία της ΝΔ και γι' αυτό δεν τα έχει περιλάβει στα μέτρα που υποτίθεται θα επαναδιαπραγματευτεί με την τρόικα για «την επανεκκίνηση της οικονομίας» και την έξοδο από την ύφεση. Αυτά τα θεωρεί δεδομένα και αναγκαία και πιστεύει ότι έπρεπε να έχουν εφαρμοστεί ήδη από χθες. Ακριβώς γι' αυτό τα έχει υποστηρίξει με όλες τις δυνάμεις της και δικαιολογημένα «αγανακτεί» με τις κατηγορίες που δέχεται, εντός και εκτός συνόρων, για έλλειψη συναίνεσης.
Τα αντιλαϊκά και βάρβαρα μέτρα, οι αντιδραστικές διαρθρωτικές αλλαγές, αποτελούν τη βάση της δικής της «εναλλακτικής» δήθεν πρότασης. Θέλει όμως να εμπλουτίσει το μείγμα με πρόσθετα φιλομονοπωλιακά μέτρα και αυτά μόνο έχει συμπεριλάβει στο πακέτο που προπαγανδιστικά λέει ότι θα επαναδιαπραγματευτεί με την τρόικα. Είναι τα λεγόμενα μέτρα «τόνωσης της αγοράς», μέσω μιας νέας γενναίας μείωσης στη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών, της περαιτέρω μείωσης των εργοδοτικών εισφορών, της προσφοράς ζεστού χρήματος και προνομίων στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Πλειοδοτεί σε αντιλαϊκά μέτρα
Αυτός είναι ο λόγος που επικαλείται το παράδειγμα της Ιρλανδίας, οι κυβερνήσεις της οποίας δίνουν μάχη για να κρατήσουν τον χαμηλό φορολογικό συντελεστή 12,5% στα κέρδη των μονοπωλίων. Σε καμία περίπτωση όμως δεν διαφωνεί με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα 68 έτη, τη μείωση των επιδομάτων ανεργίας, τη δραστική μείωση των δαπανών για υγεία και παιδεία, την πώληση της δημόσιας περιουσίας, τις απολύσεις 25.000 δημοσίων υπαλλήλων και πλήθος άλλων αντιλαϊκών μέτρων που περιλαμβάνονται στο ιρλανδικό μνημόνιο.
Από την Πορτογαλία «δανείζεται» το ότι δεν μειώνονται οι ελάχιστες συντάξεις μέχρι το 2013, προκειμένου να βάλει δημαγωγικά κάποιες φιλολαϊκές πινελιές στην βαρβαρότητα της δήθεν «εναλλακτικής» πρότασής της. Αντίθετα δεν διαφωνεί στο ελάχιστο με τη δραστική μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης στα 10 ημερομίσθια (από 30) ανά έτος εργασίας και όριο τις αποδοχές ενός έτους, με τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, με τα εισοδηματικά κριτήρια στα κοινωνικά επιδόματα, με τις περικοπές για παιδεία, υγεία, με τις ιδιωτικοποιήσεις αεροδρομίων, εταιρειών ενέργειας, ταχυδρομείων, και ατέλειωτα άλλα αντιλαϊκά μέτρα που περιλαμβάνει το πορτογαλικό μνημόνιο.
Παρόλα αυτά ο εκπρόσωπος Τύπου Γ. Μιχελάκης δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι «είναι εντελώς διαφορετικά τα μνημόνια της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας- είναι σαν να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα»(!) Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης και παγίδευσης της λαϊκής δυσαρέσκειας εντός των τειχών του αστικού πολιτικού συστήματος, ενώ την ίδια στιγμή η ΝΔ στηρίζει με όλες τις δυνάμεις της την εφαρμοζόμενη αντιλαϊκή πολιτική.
Το ομολόγησε άλλωστε ο Α. Σαμαράς «αμυνόμενος» στις απροκάλυπτες συστάσεις των ομοϊδεατών του στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και των στελεχών της ΕΕ που συνάντησε στις αρχές της περασμένης βδομάδας στις Βρυξέλλες. «Τονίσαμε ότι συμφωνούμε με τους βασικούς στόχους, δηλαδή τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους (...), υπογραμμίσαμε ότι το σχέδιό μας προβλέπει εκτενείς περικοπές από τη σπατάλη του δημοσίου»,δήλωσε χαρακτηριστικά μετά τις συναντήσεις, δίνοντας ξεκάθαρα το στίγμα της δήθεν «εναλλακτικής πρότασής» του.
Ταυτόχρονα παρουσίασε ως αυτονόητη την ένθερμη και ανεπιφύλακτη στήριξη του κόμματός του στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, διεκδικώντας μάλιστα την πατρότητά της. «Και βεβαίως επιβεβαιώσαμε την απόλυτη στήριξή μας στην ανάγκη αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, άλλωστε και τα δύο αποτελούν προτάσεις στις οποίες εμείς επιμένουμε εξ αρχής», δήλωσε, μετακυλίοντας στην κυβέρνηση την ευθύνη για την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα στην υλοποίησή τους.
Με «γέφυρα» την τρόικα
Μετά τα παραπάνω, γίνεται φανερό πως το «όχι» επί της αρχής στο «μεσοπρόθεσμο» είναι καθαρά προσχηματικό και ψηφοθηρικό, όπως ακριβώς και το «όχι» στο μνημόνιο, τα αντιλαϊκά και αντιδραστικά μέτρα του οποίου στήριξε στη συνέχεια «με χέρια και πόδια». Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν αντιλαϊκά μέτρα με τα οποία διαφωνεί. Μάχεται απλά για να συμπεριληφθούν επιπλέον μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων και από αυτή τη σκοπιά φωνάζει και θορυβεί για να δείξει ότι τάχα διαφοροποιείται.
Η κριτική άλλωστε που άσκησε στο «μεσοπρόθεσμο», μέσω της δήλωσης που έκανε την Παρασκευή ο εκπρόσωπος Τύπου, εξαντλείται στο ότι «είναι αναξιόπιστο, άδικο και αναποτελεσματικό», δεν καταφέρνει δηλαδή να πετύχει τους αντιλαϊκούς στόχους, με τους οποίους συμφωνεί - όπως προαναφέρθηκε - πλήρως.
Τη σύμπλευση της ηγεσίας της ΝΔ στην εφαρμοζόμενη πολιτική επισημαίνει άλλωστε και η έκθεση αξιολόγησης που συνέταξαν τα στελέχη της τρόικας που συναντήθηκαν μαζί της. Στην έκθεση αναφέρεται ότι «το κλιμάκιο εντόπισε σημεία σύγκλισης μεταξύ του προγράμματος προσαρμογής (σ.σ. «μεσοπρόθεσμο») και τις προτάσεις της ΝΔ», επισημαίνοντας ότι «η ΝΔ υποστηρίζει ένα ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και υπάρχει σύγκλιση στις απόψεις για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στηρίζουν την ανάπτυξη».
Στην έκθεση χαρακτηρίζονται «μη ρεαλιστικές» οι προτάσεις της ΝΔ για μείωση των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη των επιχειρήσεων, αλλά παραδέχεται ότι μπορεί να υπάρξει συμφωνία με την κυβέρνηση από το φθινόπωρο σε αυτή την κατεύθυνση, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα αντληθούν από αλλού, δηλαδή από τα συνήθη υποζύγια, τα χρήματα που θα χαθούν από τις νέες φοροαπαλλαγές υπέρ του κεφαλαίου.
Το συμπέρασμα που πρέπει να βγάλει ο λαός είναι πως για να αποκρουστούν η νέα αντιλαϊκή επίθεση, που στηρίζουν από κοινού κυβέρνηση - ΝΔ και τα άλλα κόμματα του κεφαλαίου, πρέπει να υπάρξει οργάνωση και αντεπίθεση για την ανατροπή της πολιτικής και της εξουσίας που υπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων, για λαϊκή εξουσία με αποδέσμευση από την ΕΕ.

Μύθοι χειραγώγησης από τη ΓΣΕΕ

Καθώς κυβέρνηση και κεφάλαιο κλιμακώνουν την αντεργατική τους επίθεση και ενώ το «μνημόνιο 2» προκαλεί νέο κύμα αγανάκτησης στα λαϊκά στρώματα και στους εργαζόμενους, η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ προσπαθεί να ελιχθεί, προσαρμόζει την τακτική της στα νέα δεδομένα. Και καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η προσπάθεια της ΠΑΣΚΕ, αλλά και της ΔΑΚΕ να σβήσουν τους ταξικούς διαχωρισμούς και τα ταξικά συμφέροντα, που συγκρούονται και οξύνονται μέσα σε συνθήκες κρίσης, διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή όλες τις τοποθετήσεις τους, τις αξιολογήσεις και τις «λύσεις» που προτείνουν.
Είναι μια επιλογή προσαρμογής στις σημερινές συνθήκες, οι οποίες δεν επιτρέπουν μια ανοιχτή ή ακόμα και συγκαλυμμένη υποστήριξη αντεργατικών παρεμβάσεων, με τον τρόπο που γινόταν παλιότερα. Γι' αυτό η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, με δεδομένο ότι ο εργατόκοσμος βρίσκεται σε αναβρασμό, αγαναχτεί ενάντια στα μέτρα και κινητοποιείται, επιχειρεί να ευνουχίσει τις κινητοποιήσεις, να τις στρέψει σε ατραπούς ακίνδυνους για το σύστημα, να λειτουργήσει ως ο απορροφητήρας των ταξικών κραδασμών. Αν διάφορα κέντρα της πλουτοκρατίας έχουν ρίξει στην αγορά και αναπαράγουν συνθήματα του τύπου «Ολοι το ίδιο είναι» και «Εξω τα κόμματα», η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ επιλέγει κατ' αντιστοιχία το «Εξω οι τάξεις» από την οικονομία και κυρίως από τις «λύσεις» που προτείνει.
Ο μύθος της δικαιοσύνης
Απ' αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστική πέρα από τη συγκεκριμένη στάση της μέσα στους χώρους δουλειάς και σχετική ανακοίνωση της ΠΑΣΚΕ (2/6/2011), με την οποία επαναλαμβάνονται και βασικές θέσεις της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ.
Πυρήνας της τοποθέτησης αυτής για τα μέτρα και γενικά το μνημόνιο είναι ότι τα μέτρα είναι «κοινωνικά άδικα» και το μνημόνιο «αναποτελεσματικό»: Θα μπορούσαν όμως τα οποιαδήποτε μέτρα της κυβέρνησης να είναι δίκαια γενικά; Δηλαδή να ικανοποιούν και τους εργάτες και το κεφάλαιο; Να εξυπηρετούν και τους τραπεζίτες και τους τραπεζοϋπάλληλους και τους εφοπλιστές και τους ναυτεργάτες; Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ - η ΠΑΣΚΕ, η ΔΑΚΕ - απαντούν πως ναι τέτοια μέτρα υπάρχουν (θα πούμε παρακάτω σε τι συνίστανται αυτά τα μέτρα). Και επομένως από την πρώτη στιγμή οι εκπρόσωποι του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού υπονομεύουν τους αγώνες των εργαζομένων, αφού θέτουν ως ακρογωνιαίο λίθο την ενότητα συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας. Αφού προπαγανδίζουν ανοιχτά ότι το κεφάλαιο δεν είναι αντίπαλος αλλά εταίρος, αφού εξορίζουν από το πεδίο της αντιπαράθεσης τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει και η παραμικρή υπόνοια κοινών «δίκαιων μέτρων» ανάμεσα σε αυτούς που δουλεύουν και παράγουν τον πλούτο και σε αυτούς που τον ιδιοποιούνται. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει γενικά «δικαιοσύνη» σε μια κοινωνία ταξική. Γιατί το «δίκαιο μέτρο» για τον καπιταλιστή είναι άδικο για τον εργάτη. Και το δίκιο του εργάτη δεν μπορεί παρά να θίξει το «δίκιο» του καπιταλιστή. Οποιος μάλιστα προπαγανδίζει αυτή τη «δικαιοσύνη», δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να προπαγανδίζει την ίδια την καπιταλιστική εκμετάλλευση και τη διαιώνισή της. Και έτσι να στηρίζει και τη συμπίεση των μισθών και τη μερική απασχόληση και τις απολύσεις.
Η φαρισαϊκή λογική της ΓΣΕΕ μπορεί βέβαια να αντιτείνει - και πολλές φορές το έχουμε ακούσει - ότι αυτή σε καμιά περίπτωση δεν υποστηρίζει τη μείωση μισθών, τις απολύσεις εργατών και πως αυτά τα λέει το ΠΑΜΕ και ότι πρόκειται για ασύστολα ψεύδη κλπ. Τότε όμως η ΓΣΕΕ θα πρέπει να απαντήσει πώς ο καπιταλιστής θα εξασφαλίσει το δικό του «δίκαιο», πώς θα γίνει πράξη η αύξηση των κερδών του που και αυτή - σύμφωνα με όσα πρεσβεύει η ΓΣΕΕ - είναι «δίκαιη» και «νόμιμη», πώς αυτός θα αυξήσει τον ανταγωνισμό της επιχείρησής του απέναντι στους άλλους καπιταλιστές, πώς θα διαφυλάξει και θα αυξήσει τα δικά του περιουσιακά στοιχεία, πώς εντέλει θα υπερασπίσει τα δικά του «δίκαια»;
Να, γιατί η θέση της ΓΣΕΕ περί «δίκαιων» και «άδικων» μέτρων είναι ένα σύνθημα που εξυπηρετεί τους καπιταλιστές και όχι τους εργάτες. Είναι σύνθημα - παγίδα και όχι δικαιοσύνη.
Το ίδιο παραπλανητική και επικίνδυνη είναι η θέση της ότι «τα μέτρα είναι και αναποτελεσματικά». Οχι μόνο γιατί δε θέτει το ζήτημα για ποια τάξη είναι αναποτελεσματικά και για ποια όχι. Γιατί π.χ. η μείωση των μισθών είναι πέρα για πέρα αποτελεσματική και καλοδεχούμενη από τους κεφαλαιοκράτες. Αλλά και γιατί, παράλληλα, αυτή η άποψη υπονοεί ότι η κυβέρνηση θέλει να λύσει τα προβλήματα, αλλά απλώς επιλέγει «αναποτελεσματικές» πολιτικές. Αρα, δεν είναι περίεργο που την καλεί «ν' απαγκιστρωθεί από την αδιέξοδη πολιτική» και με τον τρόπο αυτό ανακυκλώνει τις αυταπάτες για το ρόλο της κυβέρνησης, συνεχίζει να καλλιεργεί την προσμονή ότι κάτι μπορεί ν' αλλάξει στην πολιτική της, αν πεισθεί από τους εργάτες ή πιεσθεί.
Οποιος μάλιστα απ' αυτή τη σκοπιά ασκεί «κριτική» στα μέτρα της κυβέρνησης καθόλου δεν την εμποδίζει στο έργο της, γιατί αποκρύπτει τον ταξικό τους χαρακτήρα και ποιον εξυπηρετούν. Εμποδίζει να κατανοήσουν οι εργάτες ποιοι ωφελούνται από την πολιτική της κυβέρνησης και κυρίως ότι αυτά τα μέτρα υπαγορεύονται από την αδήριτη οικονομική ανάγκη για το ξεπέρασμα της κρίσης προς όφελος των καπιταλιστών και της ανάκαμψης, αλλά με τέτοιον τρόπο που θα αφήνει στο απυρόβλητο τις καπιταλιστικές σχέσεις, θα αφήνει αλώβητες όλες εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις (εκμετάλλευση, κερδοφορία, υπερσυσσώρευση κεφαλαίων) που οδήγησαν στην κρίση. Και κατ' αυτό τον τρόπο, η «λύση» που συνειδητά επιλέγεται - και όχι από λάθος - όχι μόνο οδηγεί στην εξαθλίωση μεγάλα κοινωνικά στρώματα, αλλά ταυτόχρονα εμπεριέχει το σπέρμα της επόμενης κρίσης, που θα είναι ακόμα πιο βαθιά, ακόμα πιο επώδυνη για τους εργαζόμενους.
Ο μύθος της αναδιανομής
Γι' αυτό δεν είναι περίεργο, που μετά από τόση αγωνιστική διάθεση και απαίτηση για «δικαιοσύνη» στο διά ταύτα, το αίτημα της ΠΑΣΚΕ είναι «γενναία πολιτική αναδιανομή του πλούτου - πρωτογενής μέσω των μισθών και δευτερογενής μέσω της φορολογίας και των λειτουργιών του κοινωνικού κράτους - υπέρ των ασθενέστερων...».
Βέβαια, το να μιλάει κάποιος για «αναδιανομή του πλούτου», και μάλιστα γενναία σε ένα σύστημα που εκ των προτέρων εγγυάται το σφετερισμό ολόκληρου του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου από μια μειοψηφία που κατέχει τα μέσα παραγωγής, σε ένα σύστημα που για να συνεχίσει να λειτουργεί προϋποθέτει ότι ο πλούτος αυτός πηγαίνει αποκλειστικά στους καπιταλιστές και αυτοί που τον παράγουν δεν παίρνουν τίποτα παραπάνω από τα αναγκαία μέσα επιβίωσης για να μπορούν και την επόμενη μέρα να ζεχτούν στο μαγκανοπήγαδο της εκμετάλλευσης, είναι πέρα για πέρα ανήθικο.
Διότι κανείς δεν μπορεί να «αναδιανέμει» κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που ήδη έχει ενθυλακωθεί από τους κατόχους των μέσων παραγωγής και μάλιστα με τον πιο νόμιμο τρόπο. Αρα αυτό που θέλουν να εξεταστεί δεν είναι η «αναδιανομή του πλούτου» όπως υποκριτικά καμώνεται η ΠΑΣΚΕ, αλλά η αναδιανομή ...της φτώχειας. Συγκεκριμένα, το μόνο που απομένει είναι το ύψος του εργατικού μισθού. Στον οποίο μισθό δεν περιέχεται ούτε ένα σεντς από τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο που έχουν απαλλοτριώσει οι καπιταλιστές. Αλλά ακόμα και γι' αυτό, για τους μισθούς δηλαδή, η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ έχει φροντίσει δεόντως. Αρκεί να θυμίσουμε ότι με την τριετή Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση που υπέγραψε πέρσι συμφώνησε να παγώσει τους κατώτερους μισθούς για ολόκληρο το 2010, ενώ για φέτος και το 2012 να λάβουν αύξηση τον μισό ευρωπαϊκό πληθωρισμό, δηλαδή μετά από 3 χρόνια η αγοραστική δύναμη των μισθών να έχει απολέσει σχεδόν το 15% της αξίας τους. Μετά από τα παραπάνω, τα κροκοδείλια δάκρυα «υπέρ ασθενεστέρων» καθόλου δεν αλλάζουν τη μοίρα τους. Το αντίθετο μάλιστα, το «κοινωνικό κράτος», το «δίχτυ ασφαλείας» υπέρ των φτωχών που πλασάρει ως «λύση» η ΓΣΕΕ είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για να καθαγιαστεί το σύστημα της μισθωτής σκλαβιάς και έτσι να διαιωνιστεί η μήτρα που γεννά και τους ασθενέστερους και τους φτωχούς και τους ανέργους.
Και η πατριδοκαπηλία
Και δεν είναι τυχαίο που μεταξύ άλλων - και ως ένα σήμα προειδοποίησης - η ΠΑΣΚΕ σημειώνει ότι «η εφαρμογή του νέου μνημονίου υπονομεύει την οικονομική και ... κοινωνική σταθερότητα»! Ανησυχούν, λοιπόν, για τη «σταθερότητα» που δεν πρέπει να διαταραχτεί, για να μπορούν έτσι αδιατάραχτα και οι καπιταλιστές να επιδίδονται στο θεάρεστο έργο τους.
Μετά απ' όλα αυτά, είναι απολύτως φυσιολογικό η ΠΑΣΚΕ να υποδεικνύει πως για «να σωθεί η χώρα σημαίνει ν' αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους..!» Τόσο υπεύθυνα τόσο ...Παγκαλικά. Να, λοιπόν, το ζουμί. Οι εργάτες - που κατά τ' άλλα δεν ευθύνονται- η ΠΑΣΚΕ τους ζητά ν' αναλάβουν τις ευθύνες τους. Και ποιες ευθύνες να αναλάβουν; Να σώσουν τη χώρα είναι η προσταγή της κυβερνητικής παράταξης. Και ποιος μπροστά στη «σωτηρία της χώρας» μπορεί να αρνηθεί τα μέτρα; Να, και ο εκβιασμός. Τι διαφορετικό λέει η κυβέρνηση, η ΝΔ, ο Δασκαλόπουλος του ΣΕΒ, οι καθηγητάδες, οι βαρόνοι των ΜΜΕ; Οι μάσκες της «κριτικής» και της «αντίστασης» πέφτουν. Οι ρόλοι αποκαλύπτονται. Οι εργάτες μπορούν να κρίνουν.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ: Ανοχύρωτοι και ξεκρέμαστοι οι εργαζόμενοι

Η οργάνωση της παραγωγής με γνώμονα το κέρδος και το καπιταλιστικό κράτος δημιουργούν ένα εγκληματικό περιβάλλον για την ίδια τη ζωή και την υγεία των εργαζομένων

Εντελώς ανοχύρωτοι μπροστά στη φθορά της υγείας τους και στις επαγγελματικές ασθένειες βρίσκονται οι εργαζόμενοι. Από τη μία η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής, όπου ο εργαζόμενος αντιμετωπίζεται σαν «κόστος», άρα και η προστασία της υγείας και της ζωής του. Από την άλλη, το καπιταλιστικό κράτος που νομοθετεί για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων και στέκεται με εγκληματική απαξίωση απέναντι στους εργαζόμενους που σακατεύονται στους τόπους δουλειάς. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις από το 2003 έχει ξεκινήσει το ΙΚΑ να καταγράφει τα περιστατικά επαγγελματικών ασθενειών και από τότε μέχρι το 2009 έχουν συνταξιοδοτηθεί λόγω επαγγελματικής ασθένειας μόλις 112 άτομα. Δεν υπάρχει καμία καταμέτρηση και παρακολούθηση επαγγελματικών ασθενειών στην πρωτοβάθμια υγεία ή στα νοσοκομεία. Οι κρατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν με τεράστιες ελλείψεις, ενώ οι γιατροί Εργασίας κι οι τεχνικοί Ασφαλείας είναι εξαρτημένοι υπάλληλοι των επιχειρήσεων ή των ιδιωτικών ΕΞΥΠΠ. Οι γραπτές εκθέσεις του επαγγελματικού κινδύνου είναι τυπικές «εκθέσεις ιδεών». Η επαγγελματική ασθένεια αναγνωρίζεται από το ασφαλιστικό ταμείο μόνο όταν η βλάβη στον εργαζόμενο φτάσει στο σημείο που δεν μπορεί πλέον να εργαστεί, ενώ ένας νέος «Γολγοθάς» ξεκινάει για τον εργαζόμενο μέχρι να συνταξιοδοτηθεί.
Ο Σπύρος Δρίβας, γιατρός Εργασίας, μιλάει για την κατάσταση που επικρατεί όσον αναφορά την καταγραφή, την πρόληψη, την αναγνώριση και την ασφαλιστική κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου. Οπως εξηγεί, η καλύτερη πρόληψη είναι η αλλαγή των συνθηκών και των σχέσεων εργασίας. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα για την ίδια τη ζωή των εργαζομένων, κρίσιμο και για τις οικογένειές τους. Η προστασία της υγείας και της ζωής του εργαζόμενου πρέπει να μπει στην πρώτη γραμμή της πάλης του εργατικού - λαϊκού κινήματος, να γίνει υπόθεση των συνδικάτων και των προοδευτικών επιστημόνων. Πάλη που θα πρέπει να στοχοποιεί τον τρόπο που οργανώνεται η παραγωγή, δηλαδή με γνώμονα τα καπιταλιστικά κέρδη.
Ως επαγγελματική ασθένεια ορίζεται επιστημονικά κάθε βλάβη που προκαλείται από την έκθεση του εργαζόμενου στους βλαπτικούς παράγοντες του εργασιακού περιβάλλοντος και μειώνει ή καταργεί την ικανότητά του προς εργασία. Ο παραπάνω επιστημονικός ορισμός δε σημαίνει τίποτα χωρίς τον «ασφαλιστικό ορισμό», δηλαδή την ασφαλιστική αναγνώριση και κάλυψη της επαγγελματικής ασθένειας από τον ασφαλιστικό φορέα. Γιατί μόνο τότε θα έχει ο εργαζόμενος την αναγνώριση και την κάλυψη. Ωστόσο, όταν μιλάμε για ασφαλιστικό φορέα στην Ελλάδα που θα αναγνωρίζει την επαγγελματική ασθένεια, εννοούμε αποκλειστικά το ΙΚΑ, καθώς αν και από το 1993 ο κατάλογος των επαγγελματικών ασθενειών του ΙΚΑ γίνεται εθνικός κατάλογος επαγγελματικών ασθενειών και άρα αφορά όλα τα ασφαλιστικά ταμεία, αυτό στην πράξη δεν ισχύει.
Η λίστα του ΙΚΑ
Στην Ελλάδα, ισχύει η λίστα του ΙΚΑ όπως καταρτίστηκε το 1979 και περιλαμβάνει 52 επαγγελματικές ασθένειες. Η λίστα είναι ένας κλειστός κατάλογος. Δηλαδή, καθορίζει την επαγγελματική ασθένεια - π.χ. βαρηκοΐα - τον παράγοντα που την προκαλεί (π.χ. έκθεση σε θόρυβο) και σε ποιες βιομηχανίες ο εργαζόμενος είναι εκτεθειμένος σε αυτόν τον βλαπτικό παράγοντα. Αν κάποιος εργαζόμενος που δουλεύει σε μια άλλη - εκτός καταλόγου - βιομηχανία προσβληθεί από αυτήν την ασθένεια, δεν αναγνωρίζεται ως επαγγελματική. Θα μπορούσε να ισχύει η έννοια του μεικτού καταλόγου, δηλαδή να υπάρχει και η δυνατότητα μια ασθένεια - από την ιατρική και επιστημονική πρακτική, τη βιβλιογραφία κ.λπ. - να αναγνωρίζεται ως επαγγελματική κι ας μην υπάρχει στον κατάλογο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Πόσο μάλλον, που στην πραγματικότητα ακόμη και αν κάποιος εργαζόμενος έχει αποδεδειγμένα προσβληθεί από ασθένεια που είναι εντός καταλόγου, σπάνια αυτή αναγνωρίζεται από το ΙΚΑ εντελώς ως επαγγελματική.
Τέλος, υπάρχει και ο ευρωπαϊκός κατάλογος επαγγελματικών ασθενειών, ο οποίος περιλαμβάνει περίπου 200 ασθένειες. Η Ελλάδα τυπικά έχει εναρμονιστεί με αυτόν, όμως δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλά η ύπαρξη, ακόμα και ο εμπλουτισμός, της λίστας των επαγγελματικών ασθενειών. Το ζήτημα είναι, ότι ο εργαζόμενος σε επίπεδο καπιταλιστικής παραγωγής και καπιταλιστικού κράτους αντιμετωπίζεται σαν κόστος και όχι ως ο παραγωγός πλούτου, που στην πραγματικότητα είναι. Ετσι, κράτος και εργοδότες έχουν φροντίσει όλο το πλαίσιο να «λειτουργεί» με τέτοιο τρόπο που να μην αναγνωρίζεται σχεδόν ποτέ η επαγγελματική ασθένεια ή να αναγνωρίζεται όταν ο εργαζόμενος είναι πλέον εντελώς ανίκανος να εργαστεί.
Το «κόστος» του εργαζόμενου
«(...) το κόστος σήμερα των εργατικών ατυχημάτων ξεπερνάει τα 42 δισ. (σ.σ. δραχμές) για το ΙΚΑ, εκτός από το ότι δεν έχουν προσμετρηθεί ακόμη το κόστος των επαγγελματικών νοσημάτων και ο χαρακτηρισμός τους, με αποτέλεσμα να αποφεύγει την ταλαιπωρία ο ασφαλισμένος για τη συνταξιοδότησή του και προτιμάει το δρόμο της κοινής νόσου». Αυτά τα λόγια ανήκουν στον πρώην διοικητή του ΙΚΑ, Γ. Σολωμό. Αφού έχει υπολογίσει και αναφέρει το «κόστος» των εργατικών «ατυχημάτων» λέει ότι οι εργαζόμενοι προτιμούν (!) να αναγνωρίζεται η ασθένειά τους ως κοινή. Στην πραγματικότητα εξαναγκάζονται.
Το ΙΚΑ το συμφέρει να αναγνωρίσει τα επαγγελματικά νοσήματα σαν κοινά νοσήματα, γιατί στο κοινό νόσημα το ΙΚΑ πληρώνει λιγότερο απ' ό,τι στην επαγγελματική ασθένεια (π.χ. το κοινό νόσημα ασφαλίζεται από την τρίτη μέρα και μετά, η επαγγελματική ασθένεια από την πρώτη μέρα. Στο κοινό νόσημα ο εργαζόμενος πληρώνει ένα μέρος της φαρμακευτικής αγωγής, στην επαγγελματική ασθένεια δεν πληρώνει τίποτα).
Η αναγγελία της επαγγελματικής ασθένειας μπορεί να γίνει στον ασφαλιστικό φορέα από κάθε γιατρό ή από τον γιατρό Εργασίας μιας επιχείρησης. Στη συνέχεια, το ΙΚΑ πάει στον εργοδότη και ελέγχει αν όντως ο εργαζόμενος εργάζεται εκεί και αν η ασθένεια και το είδος της εργασίας περιλαμβάνονται στη λίστα. Ο εργαζόμενος περνάει από την υγειονομική επιτροπή, η οποία κρίνει το ποσοστό αναπηρίας του, δηλαδή το ποσοστό ανικανότητας προς εργασία (π.χ. 30% αναπηρία σημαίνει 30% ανικανότητα προς εργασία). Με 50% - 67% αναπηρία ο εργαζόμενος παίρνει το 50% της σύνταξης, με 67% - 80% αναπηρία παίρνει το 75% της σύνταξης και με αναπηρία πάνω από 80% συνταξιοδοτείται πλήρως, ανεξάρτητα από τα ένσημα που έχει συμπληρώσει. Την τελική απόφαση για το ποσοστό αναπηρίας την παίρνει ο διοικητής του παραρτήματος του ΙΚΑ κατόπιν πρότασης των υγειονομικών επιτροπών. Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι από όσους δικαιούνται παίρνουν τελικά την αναπηρική σύνταξη.
Ανύπαρκτη η καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών
Ουσιαστικά καταγραφή των επαγγελματικών ασθενειών δεν υπάρχει. Τα υπάρχοντα, ελάχιστα στοιχεία αφορούν μόνο αναγγελίες που γίνονται στο ΙΚΑ, όπου απευθύνονται οι ασφαλισμένοι για χορήγηση σύνταξης. Αυτή η καταγραφή δεν περιλαμβάνει όσους προσφεύγουν στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, όπου δεν υπάρχει σύστημα αναγγελίας Επαγγελματικών Νόσων από τους υγειονομικούς σχηματισμούς και τους ιατρούς καθώς και από τα νοσοκομεία. Επιπλέον, η καταγραφή άρχισε μόλις το 2003. Αν συνυπολογιστεί η «μαύρη», ανασφάλιστη εργασία, αλλά και το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος επιλέγει συχνά τη νομική οδό - και όχι την αναγγελία στο ΙΚΑ - μήπως αποσπάσει από τον εργοδότη κάποια αποζημίωση, τότε η καταγραφή είναι πέρα από κάθε πραγματικότητα.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΚΑ «για το έτος 2009 καταγράφηκαν 19 περιπτώσεις επαγγελματικών νόσων»! Από αυτές οι 14 αφορούσαν επανεξέταση παλιότερου αιτήματος και μόλις 5 ήταν τα νέα περιστατικά. Από το 2003 που έχει ξεκινήσει η καταγραφή και επεξεργασία των επαγγελματικών νόσων έως και το 2009 έχουν καταγραφεί μόλις 112 διαφορετικές περιπτώσεις νοσούντων, οι οποίοι έχουν συνταξιοδοτηθεί από το ΙΚΑ. Ωστόσο, έχει μια αξία να αναφερθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών των περιπτώσεων. Συνοπτικά από αυτές τις 112 περιπτώσεις προκύπτει:
  • Η μέση ηλικία που για τελευταία φορά εξετάστηκαν από επιτροπή είναι 57,9 έτη.
  • Η μέση ηλικία πρώτης διάγνωσης είναι 51,1 έτη, ο μέσος χρόνος παρακολούθησης είναι 6,8 έτη.
  • 99 (88,4%) είναι άνδρες και 13 (11,6%) είναι γυναίκες.
  • Ως επί το πλείστον είναι ανειδίκευτοι εργάτες (42%) και ειδικευμένοι τεχνίτες (40,2%).
  • Οι μεταποιητικές βιομηχανίες (49,1%) και οι κατασκευές (31,3%) είναι οι βασικές οικονομικές δραστηριότητες που απασχολήθηκαν.
  • Οι περισσότεροι διαγνώσθησαν με αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής (33,9%), μολυβδίαση (13,4%) και άσθμα (11,6%).
  • Οι χημικοί παράγοντες (ανόργανες ενώσεις) και οι βιομηχανικοί παράγοντες (υλικά και προϊόντα) είναι οι συνηθέστεροι αιτιολογικοί παράγοντες έκθεσης στη νόσο και τα κατασκευαστικά - οικοδομικά υλικά το κυριότερο προϊόν έκθεσης στη νόσο με 39,3% , 21,4% και 31,3% αντίστοιχα.
Η φθορά της υγείας δεν «αποζημιώνεται»
Οπως εξηγεί ο Σπ. Δρίβας, πολύ σημαντικό είναι το εξής: Η φθορά της υγείας του εργαζόμενου δεν υπολογίζεται πουθενά, πολύ δε περισσότερο δεν «αποζημιώνεται». Πρώιμη φθορά της υγείας είναι η σωματική και ψυχική καταπόνηση του εργαζόμενου. Η πρώιμη φθορά της υγείας, είναι η ασθένεια που δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα, ωστόσο μειώνει την ικανότητα προς εργασία. Το ΙΚΑ μόνο συνταξιοδοτεί, δεν δίνει επίδομα ανικανότητας προς εργασία. Δηλαδή, σε έναν εργαζόμενο που διαπιστωθεί 30% αναπηρία από επαγγελματική ασθένεια, δεν δίνεται κάποιο επίδομα. Μπορεί να μην είναι για συνταξιοδότηση, αλλά πρέπει να καλυφθεί κάπως αυτό το ποσοστό «ανικανότητας προς εργασία».
«Ακόμη όμως και να συνταξιοδοτηθεί ο εργαζόμενος από το ΙΚΑ λόγω επαγγελματικής ασθένειας που προκάλεσε αναπηρία, "αποζημιώνεται" από χρήματα που έχει δώσει κι αυτός ο ίδιος ενώ το "κουσούρι" του το έχει προκαλέσει ο εργοδότης, οι συνθήκες εργασίας. Θα έπρεπε να υπάρχει 100% εργοδοτική ευθύνη, δηλαδή ο εργοδότης να πληρώνει έξτρα ασφάλιστρο ανάλογα με την επικινδυνότητα της εργασίας και με αυτά τα χρήματα να καλύπτει το ταμείο τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες», υπογραμμίζει.
Γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου
Η εκτίμηση και η πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου είναι η δουλειά του γιατρού Εργασίας και του τεχνικού Ασφάλειας της κάθε επιχείρησης, αλλά και των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών.
Οπως εξηγούν οι σχετικοί επιστήμονες, η γενική θεώρηση είναι πως ο εργαζόμενος είναι υγιής και αρρωσταίνει, γιατί είναι εκτεθειμένος στους βλαπτικούς παράγοντες του εργασιακού περιβάλλοντος. Οπως αρρωσταίνει από τον ιό της γρίπης και εκδηλώνει γρίπη, έτσι αρρωσταίνει κι από τον χημικό παράγοντα, από την υψηλή θερμοκρασία, από τη σκόνη κ.λπ., γιατί είναι εκτεθειμένος μέσα στο χώρο εργασίας. Οι γιατροί Εργασίας και οι τεχνικοί Ασφάλειας πρέπει να εντοπίσουν αυτούς τους βλαπτικούς παράγοντες, την επίδρασή τους στην υγεία και να προτείνουν μέτρα πρόληψης, μείωσης, ελαχιστοποίησης των βλαπτικών παραγόντων, μέτρα πρόληψης της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.
Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία (ΠΔ 17/96), ο εργοδότης πρέπει να έχει στα χέρια του τη γραπτή εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου, ώστε να γνωρίζει τους κινδύνους και ποια είναι η επίδρασή τους στην υγεία των εργαζομένων και τι μέτρα έχουν παρθεί ή πρέπει να παρθούν για να μετριαστούν οι κίνδυνοι.
«Θεωρητικά θα έπρεπε να γίνονται εκτιμήσεις, μετρήσεις και μελέτες ανά βιομηχανία, ανά θέση εργασίας, ανά κλάδο, να συγκεντρωθούν όλα τα δεδομένα και να προκύψει μια συνολική εκτίμηση για κάθε επιχείρηση. Στην πραγματικότητα, η γραπτή έκθεση του επαγγελματικού κινδύνου έχει εκφυλιστεί και είναι μια έκθεση ιδεών χωρίς ιατρικό έλεγχο, χωρίς μετρήσεις των βλαπτικών παραγόντων, αλλάζοντας απλά το όνομα της βιομηχανίας», λέει στον «Ρ» ο Σπ. Δρίβας. Εξάλλου, οι γιατροί Εργασίας και οι τεχνικοί Ασφαλείας είτε είναι υπάλληλοι της επιχείρησης, είτε έχουν άλλη επαγγελματική σχέση εξάρτησης μαζί του ως ελεύθεροι επαγγελματίες, είτε είναι υπάλληλοι των ιδιωτικών ΕΞΥΠΠ (Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης), δηλαδή έχουν «πάνω από το κεφάλι τους» και τον εργοδότη - ιδιοκτήτη της ΕΞΥΠΠ και τον επιχειρηματία - πελάτη. Οι Επιθεωρήσεις παίρνουν στα χέρια τους αυτήν την «εκτίμηση» αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα επαλήθευσής της.
«Υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα. Πώς θα τεκμηριώσεις την έκθεση στον κίνδυνο; Δεν υπάρχουν εκτιμήσεις επαγγελματικού κινδύνου, μελέτες, τίποτα. Οπότε αν πω εγώ ότι είμαι εκτεθειμένος στο θόρυβο μπορεί να είμαι, μπορεί και να μην είμαι και αυτό το θολό τοπίο δημιουργεί παραθυράκια που στην πράξη το χρησιμοποιούν ενάντια στον εργαζόμενο», συμπληρώνει.

Στον «αέρα» οι κατασκηνώσεις των ΑμΕΑ

Ανακοίνωση με την οποία καταγγέλλει, για μια ακόμα χρονιά, ότι έχει φτάσει Ιούνης και δεν έχουν δοθεί τα αναγκαία κονδύλια για τη λειτουργία των κατασκηνώσεων των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες (ΑμΕΑ), κυκλοφόρησε η ηγεσία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων ΑμΕΑ (ΠΟΣΓΚΑμΕΑ).
Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έκλεισαν τις δημόσιες κατασκηνώσεις που λειτουργούσαν το ΠΙΚΠΑ και το υπουργείο Υγείας και τα τελευταία χρόνια χρηματοδοτούν την ΠΟΣΓΚΑμΕΑ για ένα περιορισμένο κατασκηνωτικό πρόγραμμα (πηγαίνουν στις κατασκηνώσεις μόλις 2.500 - 3.000 παιδιά, ενώ συνολικά στη χώρα υπάρχουν 200.000 παιδιά με ειδικές ανάγκες), ενώ η χρηματοδότηση γίνεται με έκτακτες επιχορηγήσεις απ' το υπουργείο Υγείας και τις Νομαρχίες. Ετσι, οι γονείς σπρώχνονται στον ιδιωτικό τομέα που χρεώνει έως και 1.500 ευρώ για 14 μέρες στην κατασκήνωση.
Οπως συμβαίνει κάθε χρόνο τέτοια εποχή, η ΠΟΣΓΚΑμΕΑ διαμαρτύρεται για τη χρηματοδότηση των κατασκηνώσεων, ενώ είναι συνυπεύθυνη, γιατί αντί να διεκδικήσει δημόσιο δωρεάν δίκτυο κατασκηνώσεων για όλα τα παιδιά, διευκολύνει το κράτος να αποποιηθεί την ευθύνη του και στο συγκεκριμένο τομέα, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της λειτουργίας αυτού του περιορισμένου κατασκηνωτικού προγράμματος, με έκτακτα κονδύλια. Και μάλιστα, χρησιμοποιεί και αυτή τη μεσολάβηση, προκειμένου να χειραγωγεί το γονεϊκό κίνημα, αφού οι 15 μέρες κατασκήνωσης αποτελούν για πολλά παιδιά τη μοναδική ευκαιρία να απολαύσουν κάποιες μέρες στην εξοχή και για τους γονείς να ξεκουραστούν για λίγες μέρες.

Η συμβολή του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού στην ιδιωτικοποίηση ΟΤΕ - ΔΕΗ

Μια από τις βασικές αιχμές της βάρβαρης αντιλαϊκής πολιτικής είναι η επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων σε επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, όπως η ΔΕΗ και ο ΟΤΕ.
Γενικά η επιχειρηματική δραστηριότητα του κράτους στο καπιταλιστικό σύστημα δεν αποτελεί μια παγιωμένη, μόνιμη κατάσταση. Τα κρατικά μονοπώλια προετοιμάζουν το έδαφος της καπιταλιστικής συσσώρευσης, σε τομείς όπου απαιτείται μεγάλο κεφάλαιο με υψηλό κίνδυνο για την κερδοφορία του, όπως στην Ενέργεια, στις Τηλεπικοινωνίες, στις Μεταφορές, στο Νερό κλπ. Πριν λοιπόν την «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας (π.χ. Ενέργεια - Τηλεπικοινωνίες), το κρατικό μονοπώλιο σε κάθε τομέα υπηρετεί την καπιταλιστική ανάπτυξη διασφαλίζοντας την αναγκαία υποδομή για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (π.χ. επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας), την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου (π.χ. πολιτική προμηθειών, μεγάλη απόκλιση μεταξύ τιμών βιομηχανικής κατανάλωσης και οικιακής κατανάλωσης κλπ.), αλλά και τη διαχείριση των λαϊκών αναγκών από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης (επιχειρήσεις «κοινής ωφέλειας»).
Ωστόσο, είναι σαφές για το ΚΚΕ ότι οι παραπέρα ιδιωτικοποιήσεις θα επιδεινώσουν το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Θα οδηγήσουν στην καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, θα δυσχεράνουν τις προϋποθέσεις για την προοπτική της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά τις άμεσες επιπτώσεις: θα έχουμε αύξηση τιμολογίων, υποσυντήρηση εγκαταστάσεων και δικτύων, με αρνητικές επιδράσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών, θα επιταθεί η απορύθμιση των ωραρίων, η συρρίκνωση των μισθών, εξέλιξη που θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα για τη γενίκευση της εργασιακής ζούγκλας.
Στο συγκεκριμένο κείμενο δεν έχουμε στόχο να αναλύσουμε σε βάθος το χαρακτήρα των ιδιωτικοποιήσεων και την επέκτασή τους, αλλά να αναδείξουμε τις διαχρονικές ευθύνες των συνδικαλιστικών πλειοψηφιών ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ. Οι διευκολύνσεις που παρείχαν στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων ήταν τεράστιες. Οι συνδικαλιστικοί ταγοί στις πρώην ΔΕΚΟ με τη γραμμή ταξικής ενσωμάτωσης και συμβιβασμού δημιούργησαν έναν ιστό ο οποίος παγίδευσε και εγκλώβισε συνειδήσεις με αποτέλεσμα η αντίδραση των εργαζομένων στις επίμαχες επιχειρήσεις να μην είναι αντάξια της αντιλαϊκής επιδρομής.
Η κριτική μας ξεκινάει από τις αρχές της δεκαετίας του '90 μέχρι και τις μέρες μας, περίοδος στην οποία συντελέστηκαν βαθιές τομές που έδωσαν ώθηση στις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και στη λειτουργία των κρατικών και ημικρατικών επιχειρήσεων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Για τις Τηλεπικοινωνίες
Η πρώτη «απόπειρα» ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ ξεκίνησε το 1992 επί κυβέρνησης ΝΔ, με στόχο να περάσει στα χέρια των ιδιωτών καπιταλιστών το 35% της επιχείρησης και το μάνατζμεντ στο στρατηγικό επενδυτή. Τότε οι δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ - στα πλαίσια της αντικυβερνητικής τακτικής - είχαν τη θέση για 1 μετοχή του ΟΤΕ στο Δημόσιο. Οταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε το τιμόνι της κυβερνητικής εξουσίας, η «αμετακίνητη» θέση της ΠΑΣΚΕ για 100% δημόσιο ΟΤΕ μεταβλήθηκε, στηρίζοντας το νόμο του ΠΑΣΟΚ που όριζε την εισαγωγή του ΟΤΕ στη Χρηματιστήριο, μετοχοποιώντας τον Οργανισμό (είσοδος ιδιωτών) μέχρι και 24%.
Το άλλοθι της αποδοχής της μετοχοποίησης του ΟΤΕ ήταν η κυβερνητική δέσμευση για τη διασφάλιση του Κανονισμού του προσωπικού. Δηλαδή, ότι δήθεν δε θα θιγούν τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων της επιχείρησης. Ο νόμος αυτός ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά το 1996, οπότε και εκποιήθηκε μέσω μετοχοποίησης τον επόμενο χρόνο το 12% περίπου.
Οι δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ για να θεμελιώσουν θεωρητικά τη στάση τους σε σχέση με το 1992, προέβαλαν το επιχείρημα της ανάγκης που υπάρχει μέσω της ιδιωτικοποίησης να αντληθούν κεφάλαια που μπορούν να συνδράμουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ΟΤΕ. Το 1997, τη χρονιά που ο ΟΤΕ μπαίνει στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας, δημιουργούνται παράλληλα οι πρώτες θυγατρικές εταιρείες (π.χ. COSMOTE), που δρομολογούν τη λειτουργία της επιχείρησης με αμιγώς ιδιωτικά - οικονομικά κριτήρια. Σαν παράδειγμα αναφέρουμε ότι εκείνη την περίοδο, σε συμφωνία με τις συνδικαλιστικές πλειοψηφίες, ορίζεται από τη διοίκηση του ΟΤΕ το εργασιακό καθεστώς όσων προσλαμβάνονται στις θυγατρικές του ΟΤΕ να είναι όμοιο με εκείνο του ιδιωτικού τομέα, πράγμα που οδήγησε σε μειωμένους μισθούς, αυξημένα ωράρια, ελαστικές εργασιακές σχέσεις... Να σημειώσουμε, ότι στελέχη κυρίως της ΠΑΣΚΕ διορίστηκαν στις διευθύνσεις των νεοϊδρυθέντων θυγατρικών του ΟΤΕ.
Η συναίνεση του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού συνεχίζεται με αμείωτη ένταση.
Στήριξαν το νόμο 2648/2000 που κατάργησε το πλειοψηφικό πακέτο 51% του Δημοσίου και το κατέβασε στο 33%. Η δικαιολογία της συνδικαλιστικής πλειοψηφίας, ήταν ότι πέτυχαν την καλύτερη δυνατή λύση, αφού το κράτος διατηρεί το μάνατζμεντ και διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Σε σχέση με το δεύτερο, το οποίο είναι πέρα για πέρα αναληθές:
-- Πρώτο, από το 1996 μέχρι το 2005 το προσωπικό του ΟΤΕ μειώθηκε κατά 18.000 άτομα (μέσω κινήτρων αποχώρησης), εντατικοποιώντας έτσι την εργασία και προετοιμάζοντας το έδαφος για να παραδοθεί ο Οργανισμός στα μονοπώλια με ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της κερδοφορίας τους.
-- Δεύτερο, από το 1998 μέχρι το 2002 ο ΟΤΕ κάλυπτε κάποιες ανάγκες του σε προσωπικό, μέσω εργαζομένων που δανειζόταν από τους εργολάβους που αναλάμβαναν έργα του Οργανισμού. Το εργασιακό καθεστώς των τελευταίων βρισκόταν πολύ κάτω από το καθεστώς των μονίμων υπαλλήλων. Ακολουθήθηκε δηλαδή μια πορεία αντικατάστασης του προσωπικού που συνταξιοδοτούνταν με εργαζόμενους με συρρικνωμένα δικαιώματα, με στόχο την παγίωση της εργασιακής ζούγκλας μέσα στην επιχείρηση.
Το 2005 η ηγεσία της ΟΜΕ-ΟΤΕ άφησε κατά μέρος και τις όποιες αντικυβερνητικές ρητορικές εναντίον της ΝΔ και συναποφάσισε με τη διοίκηση του ΟΤΕ οι νέες προσλήψεις να μη γίνονται με συμβάσεις αορίστου χρόνου και ο μισθός τους να μη συμπεριλαμβάνει τα επιδόματα που λαμβάνουν οι μόνιμοι υπάλληλοι του ΟΤΕ, πράγμα που έχει σαν συνέπεια προσλήψεις με μειωμένους μισθούς.
Το επισφράγισμα αυτών των εξελίξεων ήρθε με το Νόμο 3429, στο όνομα της αντιμετώπισης των ελλειμμάτων, ο οποίος κατάργησε και το Γενικό Κανονισμό προσωπικού, ανοίγοντας το δρόμο για την παράδοση του Οργανισμού στους ιδιώτες, «καθαρίζοντάς» τον από τα «βάρη των εργασιακών κατακτήσεων.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αντίστοιχη ήταν, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, και η θέση της ΔΑΚΕ, η οποία στο μόνο που επέμενε ήταν να παραμείνει το 51% του ΟΤΕ και το μάνατζμεντ υπό δημόσιο έλεγχο.
Κατά τα άλλα, συναίνεσε σε όλα εκείνα τα μέτρα που προωθούνταν για την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, καθώς και όλα εκείνα τα οποία ωθούσαν στην επέκταση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων.
Η «Αυτόνομη Παρέμβαση», στην ίδια κατεύθυνση, παρά τις αριστερίζουσες κορόνες, αποδέχτηκε την αρχή της προώθησης της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης, με όλα τα συνακόλουθα, φαλκίδευση εργασιακών κατακτήσεων, συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης κλπ. Συγχρονίστηκε με τις επιλογές της ΠΑΣΚΕ, παρέχοντάς της αριστερό άλλοθι. Κορωνίδα της φιλομονοπωλιακής τους γραμμής αποτέλεσε η πλήρης συμφωνία τους με την ίδρυση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η οποία συνιστούσε ένα εργαλείο αποκρατικοποιήσεων στον κρίσιμο τομέα των τηλεπικοινωνιών, στο όνομα της επιβολής κανόνων στον ανταγωνισμό, καθώς και κρατικός εγγυητής της κερδοφορίας των μονοπωλίων που λυμαίνονται τον τομέα των Τηλεπικοινωνιών.
Για τη ΔΕΗ
Το 1990 έγινε η πρώτη απόπειρα ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ με τη μέθοδο BOO (η κυριότητα μεταβιβάζεται ως αντάλλαγμα στον ανάδοχο του έργου) και BOOT (ο ανάδοχος αποκτά το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου για ορισμένο χρονικό διάστημα), που αποτελεί μορφή παραχώρησης μιας δημόσιας λειτουργίας σε μονοπωλιακούς ομίλους. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε, ότι κάτω από το βάρος των κινητοποιήσεων των εργαζομένων η προσπάθεια αυτή ματαιώθηκε. Η θέση της ΠΑΣΚΕ εκείνη την εποχή ήταν ΔΕΗ 100% δημόσια. Η θέση αυτή μεταβλήθηκε άτυπα μετά το 1993. Υποστηρίζοντας τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στήριξε την απελευθέρωση - ιδιωτικοποίηση της Ηλεκτρικής Ενέργειας. Ορισμένα παραδείγματα...
Από το 1992, χρονιά θεμελίωσης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, μέχρι το 1999 συντελέστηκαν τα εξής: Την εν λόγω Συνθήκη (άρθρο 129Β), που περιείχε τις απαραίτητες αποφάσεις για την εισαγωγή του ανταγωνισμού στην αγορά της Ηλεκτρικής Ενέργειας, την υπερψήφισαν ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ. Κατ' επέκταση τη στήριξαν και οι συνδικαλιστικές τους παρατάξεις, μιλώντας για νέους ορίζοντες ευκαιριών μέσα στο «ευρωπαϊκό όραμα». Στη συνέχεια, έχουμε σειρά προσπαθειών για να δομηθεί το απαραίτητο για την ιδιωτικοποίηση θεσμικό πλαίσιο σε συνταγματικό επίπεδο.
Μετά την ψήφιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ στην ελληνική Βουλή από τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ, που στρατηγική κατεύθυνσή της αποτελεί η απελευθέρωση της Ηλεκτρικής Ενέργειας, έχουμε την ψήφιση από την ΕΕ μιας σειράς οδηγιών (96/92, 2001/77, 2003/54), οι οποίες εφαρμόστηκαν στη χώρα μας από νόμους που ψήφισαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ στην αρχή και στη συνέχεια της ΝΔ (2773/99, 3175/2003, 3426/2005), κώδικες και ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την κερδοφορία των μεγάλων μονοπωλιακών συμφερόντων.
Το 1995 ψηφίζεται από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ νόμος για την προώθηση - ιδιωτικοποίηση της εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Το 1999, έτος σταθμός για την παράδοση της παραγωγής, διανομής και πώλησης της Ηλεκτρικής Ενέργειας, ψηφίζεται ο Νόμος 2773 που δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, προκειμένου να αρχίσει η «απελευθέρωση» - ιδιωτικοποίηση της αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ. Η ΔΕΗ εισάγεται στο Χρηματιστήριο. Ιδρύεται η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και ο Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ (ΔΕΣΜΗΕ), με τη σύμφωνη γνώμη των συνδικαλιστικών ηγεσιών στη ΓΕΝΟΠ, στο όνομα της τήρησης των κανόνων του υγιή ανταγωνισμού. Εκτοτε ακολουθεί η μετοχοποίηση της ΔΕΗ μέχρι και το 2006 σε τρεις δόσεις. «Φωτεινό» παράδειγμα είναι η δημιουργία ιδιωτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Θεσσαλονίκη με ιδιοκτήτη τα ΕΛΠΕ, τα οποία σε μεγάλο ποσοστό ανήκουν σε μονοπωλιακούς ομίλους.
Ψηφίζεται το 2005 o Νόμος 3426, προσαρμοσμένος στις νέες ανάγκες που προκύπτουν για το μεγάλο κεφάλαιο, με τον οποίο επιταχύνονται οι διαδικασίες για την επέκταση της απελευθέρωσης της Ενέργειας.
Το 2010, κατ' εφαρμογή των κατευθύνσεων του Μνημονίου, είναι έτοιμο νομοσχέδιο, με τη σύμφωνη γνώμη της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και του ΣΥΝ, για δημιουργία θυγατρικών της ΔΕΗ στη μεταφορά και διανομή, με στόχο την επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης.
Σε όλη αυτή την πορεία ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ οι συνδικαλιστικές ηγεσίες (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΝ) στη ΓΕΝΟΠ ακολούθησαν μια πορεία πλήρους συμπόρευσης με τη στρατηγική του κεφαλαίου στον τομέα της Ηλεκτρικής Ενέργειας. Σε όλες τις αρνητικές αλλαγές που συντελέστηκαν, με σταθμούς τα παραπάνω, και όχι μόνο, δεν πρόβαλαν την παραμικρή αντίσταση, πλην της περιόδου 1990 - 1993, αλλά έκαναν ό,τι πέρναγε από το χέρι τους για να καλλιεργούν αυταπάτες, ότι είναι δυνατόν να διασωθούν οι κατακτήσεις των εργαζομένων στη ΔΕΗ, παρά το τσουνάμι των αντιλαϊκών εξελίξεων. Το μόνιμο άλλοθι της πλήρους στήριξης που παρείχαν στις κυβερνητικές επιλογές για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ήταν και είναι, ότι, εφόσον ανήκουμε σαν χώρα στην ΕΕ, στο «παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον», το... πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, καλλιεργώντας έτσι τη μοιρολατρία στους εργαζόμενους για τα αντιλαϊκά συμβαίνοντα και αποκρύπτοντας τις τεράστιες ευθύνες τους για τη στήριξη που προσέφεραν σε όλες τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις σε βάρος του λαού.
Εσπερναν τις αυταπάτες και τον εφησυχασμό στους εργαζόμενους, ότι μέσα στις ομοβροντίες των αντιλαϊκών μέτρων οι εργαζόμενοι της επιχείρησης μπορούν να βγουν αλώβητοι. Αδιαμφισβήτητο παράδειγμα αποτελεί η μνημειώδης συμφωνία της ΓΕΝΟΠ με το Νόμο 2773/1999, με το πρόσχημα ότι διασφαλίζεται η ασφαλιστική περιουσία των Ταμείων της ΔΕΗ, η οποία είναι ενσωματωμένη στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας.
Οι κατά καιρούς λεονταρισμοί και οι «αντι-νεοφιλελεύθερες» και εσχάτως αντιμνημονιακές πομφόλυγες σε καμία περίπτωση δεν αναιρούν τη συμπαράταξή τους με τις λογικές του ευρωμονόδρομου και τις φιλομονοπωλιακές αναδιαρθρώσεις.
Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε, ότι στη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και οι τρεις παρατάξεις ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - ΑΠ συνέπλεαν εξολοκλήρου σε όλη τη διαδρομή της ΓΕΝΟΠ, αποδεικνύοντας ότι οι παρατάξεις αυτές, παρά τις όποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, είναι συγκοινωνούντα δοχεία και επικίνδυνες για τα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα, τηρουμένων πάντα των αναλογιών.
Μπροστά στις ραγδαίες αρνητικές εξελίξεις των ιδιωτικοποιήσεων η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ προβάλλει, για να στηρίξει τη δήθεν διαφωνία της με την ιδιωτικοποίηση, το επιχείρημα ότι «δε χρειάζεται καμία τομή που να «απελευθερώνει» περαιτέρω την αγορά της Ενέργειας, γιατί ήδη είναι απελευθερωμένη, γιατί υπάρχουν ιδιώτες στο χώρο της Ενέργειας. Με αυτό τον τρόπο είναι πασίδηλη η συμφωνία τους με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, συνεχίζουν με τον ίδιο ρυθμό να προκαλούν σύγχυση στους εργαζόμενους και να τους εγκλωβίζουν σε λογικές του τύπου «ό,τι και αν γίνει εμείς μπορούμε να τη γλιτώσουμε, γιατί η επιχείρηση είναι κερδοφόρα»... Βεβαίως, οι εξελίξεις έχουν βοηθήσει σημαντική μερίδα των εργαζομένων να εξάγουν συμπεράσματα. Ομως, η διαβρωτική άλωση των ΠΑΣΚΕ - ΔΑΚΕ - ΑΠ στα συνδικαλιστικά δρώμενα του χώρου έχει παθητικοποιήσει ένα μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων.
Είναι ώρα μεγάλης ευθύνης για την εργατική τάξη της χώρας
Η γραμμή του εργοδοτικού/ κυβερνητικού συνδικαλισμού, παρά τις όποιες διαφορετικές αποχρώσεις από εργασιακό σε εργασιακό χώρο, είναι ίδια. Τα παραπάνω παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Σε μεγάλο βαθμό εκεί οφείλεται και το γεγονός, ότι οι αντιδράσεις των εργαζομένων στις πρώην ΔΕΚΟ και το Δημόσιο, παρά το ότι έχουν δεχθεί τη λυσσαλέα επιδρομή κυβέρνησης - κεφαλαίου - ΕΕ, είναι ασθενικές, συγκρινόμενες με το μέγεθος της επίθεσης.
Ο σκόπιμος εκφυλισμός, που αντικειμενικά απορρέει από τη γραμμή του εργοδοτικού συνδικαλισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα στις ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο, οδήγησε χιλιάδες εργαζόμενους στην απογοήτευση και το συμβιβασμό. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των χώρων που ιδιωτικοποιούνται απέδειξαν παραπέρα, ότι ακόμη και την ύστατη στιγμή δεν έχουν ούτε την πρόθεση ούτε την ικανότητα να συγκρουστούν με τις πολιτικές που καθαιμάσσουν τη ζωή των εργαζομένων.
Η κατάσταση αυτή είναι απότοκη των άρρηκτων δεσμών των παρατάξεων που αποτελούν τον κορμό του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού με τη στρατηγική της θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων.
Στρατεύονται με την αντίληψη που παρουσιάζει την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν το φάρμακο για τα δεινά που υφίσταται η εργατική - λαϊκή οικογένεια, ενώ γνωρίζουν ότι είναι αυτή η ανάπτυξη, που πλήρωσαν οι εργαζόμενοι με βαρύ τίμημα και που οδήγησε στην καπιταλιστική κρίση.
Οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο επιβάλλεται, τώρα, ξεπερνώντας αγκυλώσεις και βαρίδια, να τους εγκαταλείψουν και να συσπειρωθούν γύρω από τη γραμμή του ΠΑΜΕ στα κλαδικά Σωματεία, στις Σωματειακές Επιτροπές, κλπ. Η αποστασιοποίηση των εργαζομένων από τα συνδικαλιστικά τεκταινόμενα των κατεστημένων συνδικαλιστικών σχημάτων στις ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο, όταν δε συνοδεύεται από μαχητική συμμετοχή κάτω από τη σημαία της σύγκρουσης και της ρήξης με τα μονοπώλια είναι κενό γράμμα, είναι (ασυνείδητα) νερό στο μύλο της ταξικής συνεργασίας και υποταγής.
Είναι αδήριτη ανάγκη οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ να ισχυροποιήσουν το ΚΚΕ, το μόνο Κόμμα που μίλησε τη γλώσσα της αλήθειας για τα χειρότερα που έρχονται, προειδοποίησε έγκαιρα για την έκταση και το χαρακτήρα των ιδιωτικοποιήσεων. Το Κόμμα, που χωρίς ταλαντεύσεις και παλινωδίες έθεσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα μονοπώλια και το λαό.
Μόνο το ΚΚΕ έχει κρυστάλλινη θέση για επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας 100% δημόσιες με κριτήριο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, στο πλαίσιο μιας λαϊκής εξουσίας και οικονομίας.

Του
Κώστα ΖΙΩΓΑ*
*Ο Κώστας Ζιώγας είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, μέλος του Τμήματος για την Εργατική Συνδικαλιστική Δουλειά